Κυριακή, 05 Απριλίου 2026 17:56

Πάσχα του 1941

Γράφτηκε από τον

Πάσχα του 1941

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Το Πάσχα του 1941 έπεφτε στις 20 Απριλίου. Το ξημέρωμα της Μεγάλης Δευτέρας, αφού η Θεσσαλονίκη είχε συνθηκολογήσει πριν από λίγες ημέρες, οι Γερμανοί κατέβαιναν για την Αθήνα. Η πανηγυρική ατμόσφαιρα του Έπους της Αλβανίας είχε πια χαθεί και τη θέση της είχε πάρει η ανασφάλεια για τις επόμενες ημέρες και η κατήφεια. Οι εκκλησίες ήταν γεμάτες από πιστούς με σκυθρωπά πρόσωπα, γεμάτα αγωνία και βαθειά συγκίνηση.

Τα νέα από τις εξελίξεις των συγκρούσεων στο μέτωπο ήταν λιγοστά και δυσοίωνα. Μια αρνητική φήμη κυριαρχούσε και σκέπαζε τον κόσμο που έβλεπε τις κακές εξελίξεις να είναι αναπόφευκτες. Δεν υπήρχε πια πολιτική ηγεσία. Η ελληνική κυβέρνηση ήταν έτοιμη να αναχωρήσει αρχικά για την Κρήτη και στη συνέχεια για το Κάιρο. Η εξουσία ουσιαστικά βρισκόταν στα χέρια του βασιλιά Γεώργιου Β΄. Μετά τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά είχε αναλάβει την πρωθυπουργία ο συνεργάτης του και πρώην διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, Αλέξανδρος Κορυζής. Ο Γεώργιος Σεφέρης, που τότε ήταν ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου εσωτερικών και γνώριζε από κοντά την κατάσταση, έγραψε τότε στο ημερολόγιό του:

«Μεγάλη Τετάρτη 16 Απριλίου. Στην κυβέρνηση νεύρα… Κανένας ψύχραιμος άνθρωπος. Δεν ξέρουν καλά καλά γιατί φεύγουν και τι θα κάνουν εκεί που θα πάνε. Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο, καμιά προετοιμασία. Ο αγέρας της Κρήτης είναι γι’ αυτούς βραχνάς. Ο υπουργός λογαριάζει πώς θα κουβαλήσει τις δεκαπέντε τόσες κασέλες του, υπηρέτριες και τα ρέστα. Για την υπηρεσία δεν φροντίζει κανείς…».

Τη Μεγάλη Παρασκευή, η κυβερνητική απόφαση για «…άτοκα δάνεια και διμήνους προκαταβολάς» τόνωσαν την αγορά, που πλημμύρισε από κόσμο. Όλοι προσπαθούσαν να προμηθευτούν, εκτός από τα πασχαλινά και άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Σε κάποια από αυτά είχαν μπει περιορισμοί. Κρέας, τυρί, κάρβουνα και οινόπνευμα, πουλιόνταν μόνο σε συγκεκριμένα σημεία στο κέντρο και σε περιορισμένες ποσότητες. Το πλήθος μαζευόταν εκεί από τις συνοικίες και περίμενε σε ουρές για πολλές ώρες.
Μέσα σε αυτή τη ζοφερή ατμόσφαιρα και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής, μετά από ένα επεισοδιακό υπουργικό συμβούλιο με εντάσεις και διαφωνίες, ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής, μη αντέχοντας το βάρος της στιγμής, αυτοκτόνησε …

Η Μεγάλη Εβδομάδα του ’41 ήταν η εβδομάδα της υποχώρησης. Αυτοί που θριάμβευσαν στο μέτωπο της Αλβανίας και κατανίκησαν τις στρατιές του Μουσολίνι, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αν και δεν συγκρούστηκαν με τους «νικητές» Γερμανούς. Πολλοί δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι οπισθοχωρούν και απειθαρχούσαν. Μέσα στη γενική ακυβερνησία θα πρέπει να υπάρξει πειθαρχία και οργανωμένη υποχώρηση. Επικρατούσαν οι θέσεις των πολιτικών αλλά και των στρατιωτικών που πρόκριναν τη συνεννόηση με τους Γερμανούς. Τότε από το Δεύτερο Σώμα Στρατού, ο διοικητής της 3ης Μεραρχίας, υποστράτηγος Γεώργιος Μπάκος, αναφέρει στο Γενικό Επιτελείο:

«Η δημιουργηθείσα κατάστασις θα επιφέρει αναποφεύκτως άδοξον διάλυσιν του στρατού ης δεν είναι άξιος. Απασα ιεραρχία Σώματος Στρατού προτείνει ως μόνην απομένουσαν λύσιν ανακωχήν μετά Γερμανών επί όρω μη εισόδω Ιταλών εις ελληνικόν έδαφος».
Είχε προηγηθεί «προσέγγιση» του Γερμανού πρόξενου στη Θεσσαλονίκη από τον Μάρτιο. Πριν την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα, ο πρόξενος ανέφερε προς τους ανωτέρους του ότι τον είχε πλησιάσει Έλληνας συνταγματάρχης ζητώντας του τη γερμανική συνδρομή στον τερματισμό του πολέμου στην Αλβανία. Ο πρόξενος σημείωνε ότι πίσω από τον συνταγματάρχη «βρισκόταν ένας στρατηγός ονόματι Γεώργιος Τσολάκογλου». Τις απόψεις του Τσολάκογλου, διοικητή του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) που βρισκόταν στην Αλβανία, συμμερίζονταν κι οι υποστράτηγοι Δεμέστιχας και Μπάκος, διοικητές των Α΄ και Β΄Σωμάτων της Στρατιάς της Ηπείρου, αντίστοιχα.

Αντίθετος σε αυτή την θέση ήταν ο αρχιστράτηγος Παπάγος. Αυτός επέμενε ότι όσες ελληνικές δυνάμεις είχαν απομείνει μαζί με το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα θα έπρεπε να δώσουν τη μάχη τους στην κεντρική Μακεδονία με στόχο την υπεράσπιση της Θεσσαλονίκης. Επίσης ο Παπάγος ισχυριζόταν ότι ο στρατός που βρισκόταν στην Αλβανία έπρεπε να μείνει στις θέσεις του. Έτσι αν έμπαινε η Γιουγκοσλαβία στον πόλεμο, ενδεχομένως, θα μπορούσε να αποκρουστεί η γερμανική εισβολή, αλλά και Έλληνες και Γιουγκοσλάβοι μαζί να προελάσουν στην Αλβανία.

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, σε κλίμα γενικής κατάνυξης και αγωνίας, η περιφορά των επιτάφιων έγινε στο εσωτερικό των ναών. Την ίδια ώρα ο πρωθυπουργός Κορυζής αυτοκτονούσε και στην κυβέρνηση επικρατούσε χάος. Οι τρεις διοικητές των Σωμάτων Στρατού, Τσολάκογλου, Δεμέστιχας και Μπάκος, έστειλαν στην Αθήνα τελεσίγραφο δώδεκα ωρών για συνθηκολόγηση. Σε άλλη περίπτωση απειλούσαν ότι θα σχημάτιζαν κυβέρνηση που θα έκανε τις απαραίτητες κινήσεις. Μαζί τους ήταν κι ο μητροπολίτης Ιωαννίνων, Σπυρίδων. Αυτός ήθελε να είναι ο νέος πρωθυπουργός.

Ανήμερα το Πάσχα ο Τσολάκογλου, αφού καθαίρεσε τον διοικητή του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου ανέλαβε τη διοίκηση. Συναντήθηκε αμέσως στο Βοτονόσι των Ιωαννίνων, με τον Γερμανό διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Josef Dietrich και υπέγραψε πρωτόκολλο ανακωχής. Την επόμενη ημέρα στη Λάρισα, ο Τσολάκογλου, υπέγραψε την άνευ όρων παράδοση του Ελληνικού Στρατού στους Γερμανούς.

Το βράδυ της 22 Απριλίου 1941, ο βασιλιάς και η κυβέρνηση υπό τον Εμμανουήλ Τσουδερό, έφυγαν από την Αθήνα. Οι εξελίξεις είναι πια ραγδαίες. Στις 25 Απριλίου, ο Τσολάκογλου έστειλε επιστολή στον Χίτλερ, δηλώνοντας:

«…Υποσχόμεθα εις την Α.Ε. Φύρερ του γερμανικού λαού να υπηρετήσωμε κατά τον τρόπον που θα υπεδείκνυε ο ίδιος».

Στις 27 Απριλίου 1941, οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα. Στην Ακρόπολη έγινε έπαρση της γερμανικής σημαίας με τον αγκυλωτό σταυρό. Η Πηνελόπη Δέλτα δεν αντέχει και αυτοκτονεί με δηλητήριο γράφοντας στο ημερολόγιό της: «Finis Graeciae» (To τέλος της Ελλάδας). Στον τάφο της γράφτηκε μόνο μια λέξη, που προσδιορίζει τη σκοτεινή κατοχική περίοδο:
«Σιωπή».