Δευτέρα, 04 Μαϊος 2026 20:56

Ιστορία της Μεσσηνίας: Η β’ Βενετοκρατία (β’ μέρος)

Γράφτηκε από τον

Ιστορία της Μεσσηνίας: Η β’ Βενετοκρατία (β’ μέρος)

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Στις 21 Ιουνίου 1686, οι Βενετοί αφού κατέλαβαν το Νιόκαστρο κατευθύνθηκαν στη Μεθώνη και την απέκλεισαν από ξηρά και θάλασσα. Στις 7 Ιουλίου, μετά από πολιορκία 22 ημερών και συνεχείς κανονιοβολισμούς και από τα πυροβολεία της βραχονησίδας στον όρμο της Μεθώνης (Κουλούρα), το κάστρο παραδόθηκε. Στις 13 Ιουλίου ακολούθησε η τυπική θριαμβευτική είσοδος του Morosini και η συνήθης τελετή δοξολογίας.

Ο άγνωστος συγγραφέας του ημερολογίου της Αρμάδας, αναφέρει για τη Μεθώνη:

«…Η Μεθώνη είναι μια πόλη εμπορική, επειδή έχει ένα θαυμαστό, ευρύχωρο λιμάνι που χωράει πολλά πλοία κι ένα εξίσου θαυμαστό κάστρο. Το φρούριο είναι πολύ ισχυρό, από ξηρά και θάλασσα. Προς την πλευρά της θάλασσας είναι μεγάλο κι εκεί υπάρχει ένας οικισμός κατοικημένος από Έλληνες. Για το λόγο αυτό το κάστρο της Μεθώνης επισκευάστηκε κι ενισχύθηκε με πολεμικές μηχανές και πολεμοφόδια...».

(Με την Αρμάδα στο Μοριά 1684-1687, επιμ. Ευτυχία Λιάτα, έκδ. ΟΛΚΟΣ, Αθήνα 1998, σ. 41).

Μια απογραφή του πληθυσμού της Μεθώνης κατέγραψε τότε μόνο 236 κατοίκους, κάτι που δείχνει ότι η πόλη είχε πέσει σε απόλυτη παρακμή. Τον Ιούλιο του 1686, καταλήφθηκε με έφοδο και η Αρκαδιά (Κυπαρισσία), κυρίως από τοπικά μισθοφορικά σώματα.

Στις 27 Ιουλίου, η Αρμάδα αναχώρησε από τη Μεθώνη και στις 29 έφτασε στο Ναύπλιο. Στις 3 Αυγούστου η δύναμη πυρός των Βενετών ήταν μεγάλη. Στις 29 Αυγούστου, μετά από ένα σκληρό δεκαήμερο πολιορκίας, οι Τούρκοι συνθηκολόγησαν. Την 1η Σεπτεμβρίου 1686, ως συνήθως, έγινε και στο Ναύπλιο, η θριαμβευτική είσοδος του Morosini και η τελετή δοξολογίας.

Κι ενώ οι Βενετοί βρισκόταν στο λιμάνι του Ναυπλίου, με στόχο να μείνουν εκεί και να ξεχειμωνιάσουν, η πανώλη που μάστιζε την περιοχή χτύπησε και την Αρμάδα. Επτάμισι μήνες αργότερα, στις 18 Απριλίου 1687, η Αρμάδα απέπλευσε για τη Σαπιέντζα, όπου μπήκε σε καραντίνα, ενώ οι γαλέρες καλαφατίζονταν στο Ναβαρίνο. Τελικά, στις 26 Μαΐου, αφού οι γαλέρες πήραν μαζί τους το πεζικό και το ιππικό, η Αρμάδα απέπλευσε για τη Λευκάδα. Έφτασε στις 2 Ιουνίου και αποβίβασε τα πληρώματα, που συμπλήρωσαν την καραντίνα τους σε μικρές βραχονησίδες.

Στις 20 Ιουλίου1987, ο Morosini διέταξε να γιορτάσουν με κανονιοβολισμούς το τέλος της επιδημίας της πανώλης, που είχε ταλαιπωρήσει και τους Βενετούς και τους συμμάχους τους για περίπου δέκα μήνες.

Στις 21 Ιουλίου η Αρμάδα απέπλευσε από τη Λευκάδα με προορισμό την Πάτρα. που καταλήφθηκε από τους Βενετούς στις 24 Ιουλίου. Την επόμενη ημέρα ακολούθησε η θριαμβευτική είσοδος του Morosini ενώ την ίδια μέρα οι Βενετοί κατέλαβαν και την εγκαταλειμμένη Ναύπακτο. Στις 31 Ιουλίου έγινε η θριαμβευτική είσοδος του Morosini και στη Ναύπακτο. Η Αρμάδα έβαλε πλώρη για την Κόρινθο. Στις 5 Αυγούστου, ο στρατός από τις γαλέρες και το ιππικό από την ξηρά, υπό τον Σουηδό στρατηγό, κόμη Wilhelm Königsmark,έσπειραν τον πανικό στους Τούρκους της Κορίνθου που εγκατέλειψαν τρομαγμένοι τον Ακροκόρινθο.

Μετά από αποτυχημένες προσπάθειες για την κατάληψη της Μονεμβασιάς, ο Morosini με την Αρμάδα έφτασανκαι πάλι στονΙσθμό.Μετά τη σχεδόν ολοκληρωτική κατάκτηση του Μοριά, ακολούθησε πολεμικό συμβούλιο. Εκεί έπεσε η ιδέα της διάνοιξης του Ισθμού της Κορίνθου κάτι που θα εξασφάλιζε την Πελοπόννησο από χερσαίες επιδρομές. Αυτό όμως ήταν έργο χρονοβόρο και πολυδάπανο και εγκαταλήφθηκε. Το συμβούλιο αποφάσισε να προχωρήσουν με την κατάληψη της Αθήνας.

Στην πρώτη Σεπτεμβρίου 1687,ο στόλος απέπλευσε για την Αθήνα. Την επόμενη ημέρα, 2 Σεπτεμβρίου 1687, αποβιβάστηκαν στον Πειραιά,το Porto Leone. Από τον Πειραιά κατευθύνθηκαν στην Αθήνα, όπου,υπό τις διαταγές του Morosini,πολιόρκησαν και για τέσσερις ημέρες βομβάρδιζαν την Ακρόπολη. Την Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 1687, στις επτά το απόγευμα, μια βόμβα τρύπησε τη στέγη του Παρθενώνα και πέτυχε την πυριτιδαποθήκη των Τούρκων στο εσωτερικό του αρχαίου ναού. Ο Morosini ισχυρίστηκε αργότερα ότι δήθεν δεν γνώριζε ότι ο Παρθενώνας είχε μετατραπεί σε πυριτιδαπόθηκη. Η αλήθεια όμως είναι ότι το γνώριζε πολύ καλά και ότι σημάδευε τον Παρθενώνα με ένα κανόνι που είχε τοποθετήσει ειδικά γι αυτόν τον σκοπό, κοντά στην Αγία Αικατερίνη, στην Πλάκα. Έμεινε στην Ιστορία ως ο καταστροφέας του Παρθενώνα. Και δεν έφτανε αυτό. Ο Morosini είχε ακόμα ένα «κουσούρι». Όπου συναντούσε μαρμάρινα λιοντάρια τα έκλεβε και τα ανέβαζε στα πλοία του με τελικό προορισμό τους τη Βενετία. Το ίδιο έκανε και με τον τρίμετρο«λέοντα του Πειραιά» που και σήμερα βρίσκεται φυλακισμένος στον ναύσταθμο, το Arsenale,της Βενετίας. Μαζί του βρίσκονται εκεί ακόμα τρία λιοντάρια που επίσης «μάζεψε» από την Πελοπόννησο και την Αττική, ο Francesco Morosini.

Ο Βενετός αρχιστράτηγος με τις επιτυχίες του στον πόλεμο του Μοριά (Guera della Morea) κατάφερε να ανυψώσει το ηθικό της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, κάτι που αποτέλεσε και την τελευταία αναλαμπή της δόξας της. Μέσα σε περίπου δυο χρόνια κατάφερε, με τη βοήθεια και 11.000 μισθοφόρων, να ανακαταλάβει πολλές οχυρές θέσεις στη δυτική Ελλάδα αλλά και τον Μοριά. Αφού ολοκλήρωσε την κατάκτηση, ήταν φυσικό ο ενθουσιασμός των Βενετών να φθάσει στα ουράνια. Η ίδρυση του «Regno di Morea», του βασιλείου του Μοριά, έδωσε μια νέα διάσταση στον έλεγχο της Ανατολής από τους Βενετούς. Η βενετική Γερουσία εκτιμώντας τις σπουδαίες νίκες του Morosini, του απένειμε τον τίτλο «Πελοποννησιακός», και τοποθέτησε χάλκινη προτομή του στο Palazzo Ducale. Στις 3 Απριλίου 1688 τον ανακήρυξε δόγη της Βενετίας.

Οι αλλεπάλληλες νίκες του στην Ελλάδα πανηγυρίστηκαν στη Βενετία και στο μέσον του Campo dell’ Arsenale, στην ορειχάλκινη βάση για τη σημαία του Αγίου Μάρκου, ο δόγης Francesco Morosini, εμφανίζεται ως άλλος Ποσειδώνας με την επιγραφή «Francisco Maurogeno Peloponnesiaco – 1693».

Στις 24 Μαΐου 1693, ο εβδομηντα πεντάχρονος δόγης Morosini, απέπλευσε από τη Βενετία για το Αιγαίο,για να αντιμετωπίσει την αποστασία των Μανιατών του Λυμπεράκη Γερακάρη. Ενώ βρισκόταν όμως στον όρμο της Καρύστου,μια χρόνια λιθίαση από την οποία έπασχε, επιδεινώθηκε. Αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Ναύπλιο όπου τελικά και πέθανε στις 27 Δεκεμβρίου 1693.

Κι ενώ το βασίλειο του Μοριά είχε φτάσει στη μεγαλύτερη ακμή του, μια διεθνής συνθήκη αναγνώρισε, μεταξύ άλλων και τη βενετική κατάκτηση. Ήταν η Συνθήκη του Κάρλοβιτς (σημ. Σρέμσκι Καρλόβτσι στη Σερβία). Η συνθήκη υπογράφηκε στις 26 Ιανουαρίου 1699 και «τερμάτισε» τον αυστρο-οθωμανικό πόλεμο του 1683-1697. Οι Οθωμανοί ηττήθηκαν. Ήταν η επιβεβαίωση της ευρωπαϊκής ανάδειξης της Αυστρίας και η αρχή της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η συνθήκη, με τη μεσολάβηση της Αγγλίας και της Ολλανδίας, υπογράφτηκε από την οθωμανική αυτοκρατορία και τις δυνάμεις του Ιερού Συνασπισμού του Linz (Sacra ή Heilige Liga). Στον ευρωπαϊκό συνασπισμό που έγινε το 1684 με πρωτοβουλία του πάπα Ιννοκέντιου XI συμμετείχαν ευρωπαϊκές δυνάμεις με κυριότερες: την αυτοκρατορία των Αψβούργων, την πολωνο-λιθουανική κοινοπολιτεία, τη ρωσική αυτοκρατορία και τη δημοκρατία της Βενετίας.

Με αυτή τη συνθήκη η Πύλη αναγνώρισε:

 

Α. Την κυριαρχία της Βενετίας στις Δαλματικές ακτές, τη Λευκάδα, την Πελοπόννησο, την Αίγινα και την Κρήτη.

Β. Η Τρανσυλβανία, από την Ποδολλία μέχρι τη Βλαχία, παραχωρήθηκε στην Αυστρία.

Γ. Η Ποδολλία δόθηκε στην Πολωνία.

Δ. Στην Πύλη παρέμειναν η Στερεά Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου και η Βενετία υποχρεώθηκε να παραδώσει τα κατεχόμενα από αυτήν φρούρια της Ναυπάκτου, του Αντιρρίου, της Πρέβεζας και του Ξηρομερίου.

Ε. Με τη συνθήκη έπαυε και η υποχρέωση της Βενετίας για την καταβολή στην Πύλη του ετήσιου φόρου των 500 δουκάτων για την επικυριαρχία στη Ζάκυνθο.

Η συνθήκη του Κάρλοβιτς ήταν ουσιαστικά η πρώτη που έθετε το «Ανατολικό Ζήτημα», δηλαδή το πρόβλημα της διαχείρισης των υπόδουλων χριστιανών υπηκόων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Βέβαια, το θέμα των Βαλκανίων απασχολούσε τους εκάστοτε ισχυρούς Ευρωπαίους, ανάλογα με τις εδαφικές βλέψεις του καθενός. Η συνθήκη έδινε το δικαίωμα της διαμεσολάβησής τους στην Πύλη σε εμπόλεμη περίοδο και περιείχε τον όρο της απαλλαγής των χριστιανών υπηκόων της από κάθε φορολογία που αφορούσε μόνον αυτούς.

Η ανακατάληψη του Μοριά από τους Βενετούς, συνοδεύτηκε από αέρα δημιουργίας και για τη Μεθώνη. Οι διοικητικές ρυθμίσεις αρχικά έδωσαν νέα πνοή στην οικονομία και κυρίως τα οχυρωματικά έργα αυτής της περιόδου από τον Antonio Laurentano, στη βόρεια πλευρά του κάστρου, που στέκουν και σήμερα αγέρωχα θυμίζοντας το δεύτερο πέρασμα των Βενετών από εκεί.

Το καλοκαίρι του 1703, δικαιώθηκε και η επιμονή των κατοίκων της Καλαμάτας για τη διατήρηση του κάστρου της πόλης τους. Και αυτό γιατί, όπως φαίνεται και από την αναφορά του προβλεπτή (provveditor) της Ζαρνάτας Foscarini, ενωμένοι περίπου 4.000 Μανιάτες με τους καπετάνιους τους επιτέθηκαν και λεηλάτησαν τον κάμπο της Καλαμάτας και της Κορώνης. Και όχι μόνο λεηλάτησαν αλλά πυρπόλησαν και αρκετά σπίτια. Τότε ακόμα σαράντα μικρά πλεούμενα ήταν έτοιμα να μεταφέρουν άλλους 3.000 Μανιάτες από την Κάτω Μάνη, ενώ και πολλοί άλλοι ορεσίβιοι από τη Μέσα Μάνη ετοιμάζονταν να περάσουν τα στενά στο Μακρυπλάγι. Ομως στις 29 Ιουλίου ο provveditor general da mare κατάφερε να σταματήσει τις δηώσεις και το πλιάτσικο των επιδρομέων στην Καλαμάτα. Στις 25 Αυγούστου ο provveditor general dell’ armi nel Regno di Morea, A. Nani πήγε στην Κορώνη και από εκεί διέταξε το ιππικό να επιτεθεί και να φυλάει τα στενά στο Μακρυπλάγι για να μην περάσουν από κει άλλοι Μανιάτες επιδρομείς.

Η διοίκηση των Βενετών στον Μοριά ήταν όμως σκληρή και επαχθής για τους γηγενείς. Η διερεύνηση του συστήματος των προσωπικών και οικονομικών αγγαρειών (angarie personali e reali) υπέρ του Δημοσίου, όπως εφαρμόστηκε τότε από τους Βενετούς στον γεωγραφικό χώρο της Πελοποννήσου προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια αλλά και διαφθορά. Ο βενετικός Μοριάς ήταν μία αρκετά μεγάλη κτήση, με ακαλλιέργητες εκτάσεις, αποδυναμωμένη πληθυσμιακά, χωρίς υποδομές και δρόμους.

Η βενετική διοίκηση αποσκοπούσε μόνο στην οικονομική εκμετάλλευσή της κτήσης της. Οι αγγαρείες επιβάρυναν τον ντόπιο πληθυσμό τόσο σε προσωπικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο αφού οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν καταλύματα αλλά και να τροφοδοτούν τα βενετικά στρατιωτικά σώματα και ταυτόχρονα να εργάζονται στα αμυντικά έργα και στις αλυκές. Ακόμα οι ντόπιοι ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν τα υποζύγιά τους για τις μεταφορές αλλά και να εργάζονται στην παρασκευή του νίτρου για την πυρίτιδα. Όμως, όπως προκύπτει από τις βενετικές πηγές, στους κατοίκους του βασιλείου του Μοριά δεν επιβλήθηκε η υπηρεσία στις γαλέρες.

Φυσικά η επιβολή της αγγαρείας υπήρξε επαχθέστατη αφού συνοδευόταν από κάθε είδους αυθαιρεσία. Για παράδειγμα, εντελώς παράτυπα, ανάλογα με την ισχύ του κάθε γαιοκτήμονα, ένας μεγάλος αριθμός αγροτών που υπάγονταν στα κτήματά του δεν έμπαινε στο σύστημα των αγγαρειών αφού αυτός μπορούσε να ζητήσει την εξαίρεσή τους, κάτι που δίχασε τον αγροτικό κόσμο. Τότε φάνηκε ότι η Βενετία δεν μπορούσε να εκμεταλλευτεί απρόσκοπτα την αχανή νέα κτήση της, αφού ταυτόχρονα ελλόχευε και ο οθωμανικός κίνδυνος. Η αδυναμία της Βενετίας να επιβληθεί στο εσωτερικό του Μοριά την αποδυνάμωνε και στην υποστήριξη της θέσης της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο έβδομος Βενετοτουρκικός πόλεμος ή Δεύτερος Πόλεμος του Μοριά (1714–1718), είχε ως αποτέλεσμα την επανάκτηση από τους Οθωμανούς, της Πελοποννήσου αλλά και την κατάκτηση της Τήνου και της Αίγινας. Μετά από τριάντα περίπου χρόνια βενετσιάνικης κυριαρχίας, ο Μοριάς έπεσε ξανά στα χέρια των Οθωμανών, το 1718.

Στα κύρια αιτία της εγκατάλειψης των κτήσεων στο Μοριά από τη Δημοκρατία της Βενετίας ήταν και η μη αποδοχή των Βενετών από τον ελληνικό πληθυσμό και συνεπώς η έλλειψη συνεργασίας με αυτούς. Υπεύθυνη γι’ αυτή τη δυσαρμονία μεταξύ χριστιανών ήταν η αλαζονεία της βενετικής εξουσίας αλλά και η εμμονή των δυτικών για την αλλαγή του θρησκευτικού δόγματος των Ελλήνων. Άλλη αιτία για την τουρκική επικράτηση ήταν η αλλαγή των στρατιωτικών και πολιτικών συσχετισμών στην Ευρώπη. Ουσιαστικά υπεύθυνος ήταν όμως,ο μικρός αριθμός (περίπου 5.000 άνδρες) των υπερασπιστών των βενετικών κτήσεων στο Μοριά, σε συνδυασμό με την πολιτική της σταδιακής αποχώρησης και της διατήρησης μερικών μόνο οχυρών. Έτσι, όταν το καλοκαίρι του 1715 βγήκε ο τουρκικός στόλος στο Αιγαίο, το έργο των δηώσεων και της σφαγής των αμάχων ήταν βέβαια εύκολο. Η αρχική απόφαση της Συγκλήτου για άμυνα σε μερικά μόνο κάστρα, είχε ως αποτέλεσμα, μετά την απώλεια του Ναυπλίου και την υποχώρηση των Βενετών, την οριστική επικράτηση των Τούρκων.

Με ήπια μέτρα κατοχής και κάποιας μορφής ελευθερία, οι πονηροί ανατολίτες προσπάθησαν να εδραιώσουν τη θέση τους στο Μοριά, εξευμενίζοντας μερικές φορές τον εξαθλιωμένο ελληνικό πληθυσμό. Άφησαν ελεύθερο τον κλήρο και προστάτεψαν τους τοπικούς άρχοντες που συνεργάστηκαν στο διώξιμο των Βενετών. Έτσι και πάλι το σκοτάδι της Ανατολής έπεσε βαρύ πάνω στο Μοριά. Η συνθήκη του Passarowitz (1718) ήταν η ταφόπλακα στις μελλοντικές βλέψεις της Βενετίας στον Μοριά, που από τότε πέρασε στην αφάνεια. Η απογοήτευση των Ελλήνων, που αργά αλλά σταθερά άρχιζαν να αποκτούν εθνική συνείδηση, από τη στάση των Λατίνων, τους έκανε να βλέπουν ως μοναδική ελπίδα λύτρωσης το ξανθό έθνος των Ρώσων.


[Στη φωτογραφία: Δοξαστικό του Fr. Morosini]