Οι δυνάμεις καταστολής επιτέθηκαν και δολοφόνησαν τους εργάτες το Μάη του 1934, αλλά κανένας δεν βρέθηκε ούτε κατηγορούμενος. Αντίθετα οδηγήθηκαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου και τελικά δικάστηκαν, εργάτες οι οποίοι υπερασπίστηκαν το δίκιο των λιμενεργατών. Η δίκη τους έγινε τον Ιανουάριο του 1935 και από το «Ριζοσπάστη» μεταφέρουμε την περιγραφή της, η οποία είναι ενδεικτική και για το κλίμα που επικράτησε και για και τον τρόπο με τον οποίο προαποφασισμένα δικάστηκαν οι εργάτες.
Γράφει η εφημερίδα: «Μέσα σε αφάνταστη τρομοκρατία άρχισε σήμερα η δίκη των εργατών που κατηγορούνται σαν υπεύθυνοι των αιματηρών γεγονότων της 9ης του Μάη. Οι αρχές τρομοκρατημένες απ’ την αγανάχτηση όλων των εργαζομένων της Καλαμάτας και της περιοχής της, πήραν όλα τα τρομοκρατικά μέτρα για να εμποδίσουν την εκδήλωση αυτής της αγανάχτησης και της συμπάθειας όλων ανεξαίρετα των εργαζομένων, βιοπαλαιστών και επαγγελματιών στα θύματα της καθεστωτικής βίας και εκμετάλλευσης. Από το πρωί πλήθος χωροφύλακες και χαφιέδες με το διοικητή της αστυνομίας και της ασφαλείας επικεφαλής, είχαν αποκλείσει όλους τους δρόμους που βγάζουν στο δικαστήριο, εμποδίζοντας και διώχνοντας όλους τους εργάτες, άτομα και ομάδες που πήγαιναν να παρακολουθήσουν τη δίκη. Απαγορευόταν ακόμα και στους μάρτυρες της υπεράσπισης να πλησιάσουν στο δικαστήριο. Πάνω από εξακόσιοι εργάτες διώχτηκαν έτσι. Στις 11 παρά τέταρτο μετέφεραν από τη φυλακή τους προφυλακισμένους σ. Νιάρχο και Ξενάκη με μεγάλη συνοδεία από 15 χωροφύλακες και αξιωματικό επικεφαλής. Ο στρατός ήταν σε επιφυλακή. Κανείς δεν επιτρέπεται να μπει στο δικαστήριο, οι διάδρομοι και η αίθουσα είναι αδειανοί.
Στις 11 αρχίζει η δίκη. Ο εισαγγελέας κάνει πρόταση να γίνει η δίκη “κεκλεισμένων των θυρών”. Οι δικηγόροι της υπεράσπισης διαμαρτύρονται. Μα μήπως είναι ανάγκη να παρθεί ειδική απόφαση τη στιγμή που δεν επιτρέπεται να μπει μέσα κανείς; Εξετάζεται ο πρώτος μάρτυρας Τσικρίτης καφεπώλης, που λέει πως το κίνημα της μέρας εκείνης δεν ήταν καθόλου οργανωμένο και γίνηκε έτσι αυθόρμητα. Σε σχετική ερώτηση των συνηγόρων απαντά πως ούτε είδε τους δύο κατηγορουμένους Νιάρχο και Ξενάκη να φωνάζουν και να παρακινούν τους εργάτες, ούτε καν τους αναγνωρίζει να βρίσκονταν στη συγκέντρωση. Δεύτερος μάρτυς ο έμπορος Κοντέας καταθέτει πως οι εργάτες δεν ήταν καθόλου διατεθειμένοι να φθάσουν εκεί που φθάσανε, Ηταν μάλιστα πολύ υποχωρητικοί και βάλαν και κείνοι μεσάζοντα, για να συνεννοηθεί με τους αλευράδες και τις αρχές. Οταν όμως ήρθε η διαταγή απ’ το Στεφανόπουλο (υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας) να λειτουργήσει οπωσδήποτε το σιλό, τότες ξεσηκώθηκαν και τράβηξαν για τις μαούνες. Σ’ ερώτηση του εισαγγελέα και των συνηγόρων αν ο Νιάρχος και ο Ξενάκης παρώτρυναν τους εργάτες να μπουν στις μαούνες, ο Κοντέας απαντά πως όλος ο κόσμος αγαναχτισμένος φώναζε: “Στις μαούνες, στις μαούνες”. Καταθέτει πως πριν γίνει ακόμη το μακελειό και βλέποντας την αγανάχτηση και τη διάθεση του κόσμου, έτρεξε να ειδοποιήσει το νομάρχη, μα του απάντησε πως κοιμάται! Σ’ ερωτήσεις των συνηγόρων αν οι κομμουνιστές ήταν εκείνοι που υποκίνησαν τις σκηνές, λέει πως όλοι και οι πιο συντηρητικοί εργάτες ήταν αγαναχτησμένοι για τη στάση των αρχών και της κυβέρνησης, και εργάτες εξαιρετικά συντηρητικοί τον φώναζαν “προδότη”, νομίζοντας πως πρόδωσε τα συμφέροντά τους στις μεσολαβήσεις του με τις αρχές και τους εργοδότες.
Τρίτος μάρτυρας εξετάζεται ο διοικητής της αστυνομίας Πατρικάκης και λέει πως οι εργάτες δεν πίστευαν καθόλου πως θα τους τουφεκίσουν, δεν ήταν δυνατό να υποθέσουν ένα τέτοιο πράμα. Κι’ από λόγια του βγαίνει πως οι αρχές είχαν ξεγελάσει τους εργάτες και τους έστησαν ενέδρα για να τους σκοτώσουν. Για τους συντρόφους Νιάρχο και Ξενάκη λέει πως είναι γνωστοί κομμουνιστές. Στο σημείο αυτό οι δικηγόροι υπεράσπισης ρωτούν τον εισαγγελέα γιατί αφού είχαν ανακατευτεί στις σκηνές δεν εξορίστηκαν όπως άλλοι εργάτες. Και ο εισαγγελέας απαντά με στόμφο: “Δηλώνω υπευθύνως από της έδρας μου ότι δεν απέλειπεν ο καιρός και δι’ άλλους”. Δηλαδή η απόφαση είναι από τώρα βγαλμένη όχι μονάχα για τους δικαζόμενους, μα και για άλλους εργάτες. Η τρομοκρατία δεν περιορίστηκε μονάχα στην απαγόρευση των εργατών να παρακολουθήσουν τη δίκη. Τόσο το τηλεγραφείο της Καλαμάτας, όσο και τα τηλεγραφεία των χωριών και ιδιαίτερα της Μικρομάνης δεν δεχόντουσαν τα απανωτά τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας που στέλναν από παντού οι εργαζόμενοι, απαιτώντας την αθώωση των δικαζομένων εργατών. Ακόμα πριν τρεις μέρες χαφιέδες πιάσαν τον ανταποκριτή του “Ριζοσπάστη”, του κάναν έρευνα και έπειτα τον πήγανε στο σπίτι του και με τα πιστόλια στο χέρι κάναν σ’ όλο το σπίτι έρευνα για να τον τρομοκρατήσουν».
Η δίκη συνεχίζεται και ο ανταποκριτής του «Ριζοσπάστη» γράφει: «Η δίκη των αθώων εργατών, που οι δολοφόνοι θέλουν να τους φορτώσουν τις ευθύνες της δολοφονίας συνεχίζεται. Επιστρατεύτηκαν όλοι οι χαφιέδες της Καλαμάτας, όλοι οι γνωστοί κομμουνιστοφάγοι βασανιστές των εργατών Ματσούκας. Μάστορας, Ναθαναήλ, Παπαϊωάννου κτλ. Για να μπορέσει το ταξικό δικαστήριο να στηρίξει πάνω στις προετοιμασμένες καταθέσεις τους την καταδίκη των εργατών. Ολοι τους είπαν ότι οι κατηγορούμενοι Νιάρχος, Αντώνακας και Ξενάκης είνε υπαίτιοι των σκηνών γιατί είναι “γνωστοί ταραχοποιοί” και “μεγάλοι και φοβεροί κομμουνιστές”. Ως τόσο ο νωματάρχης Τζαβάρας ομολόγησε χωρίς να το θέλει πως απάνω στη ρουφήχτρα και τη στέγη του κυλινδρόμυλου είχαν τοποθετηθεί πολυβόλα απόβραδίς. Ο δε Ναθαναήλ είπε πως η ρουφήχτρα δεν λειτούργησε τη νύχτα της 8ης του Μάη γιατί δεν υπήρχε δύναμη επαρκής και γιατί την επομένη οι αρχές θα ενεργήσουν εκ του ασφαλούς (δηλαδή θα παίρναν όλα τα μέτρα για το ματοκύλισμα των εργατών). Οι δικηγόροι της υπεράσπισης ρώτησαν τους χαφιέδες γιατί οι εργάτες αφού ενεργούσαν για να πλήξουν το αστικό καθεστώς δεν πήγαν να καταλάβουν κανένα δημόσιο κτήριο αφρούρητο αλλά πήγαν στη Νομαρχία, όπου ήξεραν ότι βρίσκεται ολάκερη η αστυνομία ενισχυμένη από στρατό; Στην ερώτηση αυτή οι χαφιέδες δεν απάντησαν. Στην κατάθεσή του που ήταν συντριπτική για το κατηγορητήριο, ο μάρτυρας Κοντέας έμπορος, είπε πως οι εργάτες θέλαν απλώς να σταματήσουν τη ρουφήχτρα και δεν είχαν καμία πρόθεση να χτυπηθούν με την αστυνομία, άοπλοι καθώς ήταν απέναντι εξοπλισμένων με όπλα και πολυβόλα χωροφυλάκων και στρατιωτών. Πρόσθεσε ακόμα πως δεν είδε το Νιάρχο να ρίχνει πέτρες. Σήμερα τελείωσε η εξέταση των μαρτύρων της υπεράσπισης μεταξύ των οποίων και εργάτες τραυματισμένοι κατά τα γεγονότα. Ολοι τους κατέθεσαν ότι υπαίτιοι των γεγονότων ήταν οι αρχές που σε συνεννόηση με τους αλευροβιομήχανους ματοκύλισαν τους εργάτες που διεκδίκησαν το ψωμί των παιδιών τους. Ο εισαγγελέας με ταξική λύσσα επιτέθηκε κατά των κατηγορουμένων εργατών και ζήτησε την καταδίκη τους.
Συνεχίστηκε το απόγευμα η δίκη των αθώων εργατών για τα γεγονότα της 9 Μάη. Εξετάζεται ο μοίραρχος Πατρικάκης για να συκοφαντήσει τους εργάτες καταθέτει ότι άφησαν έναν τραυματία να πεθάνει (!) για να τον περιφέρουν στους δρόμους!. Κατόπιν ο ανθυπασπιστής Παπαϊωάννου καταθέτει ότι τάχα οι εργάτες πήγαν με τη μαούνα για να ρίξουν δυναμίτες στο σιλό! Σε ερώτηση του συνηγόρου Κανελλόπουλου αν βρέθηκαν δυναμίτες στη μαούνα απάντησε πως τους έριξαν στη θάλασσα. Το δικαστήριο απαγόρευσε στον Κανελλόπουλο να μιλήσει πάνω στο ζήτημα αυτό. Εξετάζονται κατόπι οι μάρτυρες υπεράσπισης, οι περισσότεροι λιμενεργάτες και οι τραυματίες Μπάμπος και Μπαμπάκος. Καταθέτουν ότι πήγαν με τη μαούνα για να ειδοποιήσουν τον πλοίαρχο του “Λίμνη” που είχε φορτίο να μην το ξεφορτώσει, όπως έκαναν και με ένα Ολλανδέζικο καράβι το οποίο έφυγε. Πηγαίνοντας με τη μαούνα δέχτηκαν τα βόλια του στρατού, της χωροφυλακής, των μπράβων των αλευροβιομηχάνων. Απαντώντας οι μάρτυρες στις ψευτιές των χαφιέδων για δυναμίτες κλπ. ανάφεραν ότι ούτε σακκάκια δεν είχαν και ο Γαϊτάνος είχε μαζί του και το παιδί του. - Αγωνιζόμαστε για το ψωμί μας και γιαυτό μας σκότωσαν και μας πλήγωσαν – τόνισαν όλοι οι εργάτες μάρτυρες.
Απολογούνται κατόπιν οι κατηγορούμενοι. Καταγγέλνουν τους πραγματικούς δολοφόνους των εργατών, αναλύουν τα δίκαια για τα οποία πάλευαν οι εργάτες και τις μεθόδους της πάλης τους – που δεν ήταν άλλες από το να προτείνουν τα στήθια τους και να σηκώσουν τις γροθιές τους – και τονίζουν πως η δίκη αποτελεί αληθινή πρόκληση κατά των εργατών. Τελικά δηλώνουν πως καμία καταδίκη δεν θα τους αποσπάσει από τον τίμιο εργατικό αγώνα. Μιλάει κατόπι ο εισαγγελέας με έκδηλη αντεργατική μανία. Καταλογίζει ενοχή τους κατηγορούμενους και ιδιαίτερα στο Νιάρχο. Αγορεύουν κατόπι κατά σειρά οι δικηγόροι Κουλουμβάκος, Κορμάς, Παναγιωτόπουλος, Δάλλας και Κανελλόπουλος ανατρέποντας στη βάση και στις λεπτομέρειες το κατηγορητήριο. Μα το δικαστήριο βαδίζοντας με βάση τις φασιστικές εντολές της τάξης τους, βγάζει την καταδικαστική απόφασή του: 18 μήνες φυλακή και 2 χρόνια εξορία στο Νιάρχο, 7 μήνες φυλακή στους Αντώνακα και Ξενάκη. Ο Σταθάτος καταδικάζεται σε 10 μήνες φυλακή και οι Κάφαλης και Εξηνταβελώνης αθωώνονται. Οι καταδικασμένοι απτόητοι μεταφέρονται στα κρατητήρια. Η Εργατική Βοήθεια υπέβαλε έφεση και έδωσε στους καταδικασμένους 385 δραχμές. Πυκνές ομάδες εργατών επισκέπτονται τους καταδικασμένους που διατηρούν ακμαίο το ηθικό τους”.
(Φωτογραφία: Η φωτογραφία από το «Ριζοσπάστη» τις ημέρες της δίκης)
