Δευτέρα, 11 Μαϊος 2026 20:12

Ιστορία της Μεσσηνίας: Τα Ορλωφικά (α΄μέρος)

Γράφτηκε από τον

Ιστορία της Μεσσηνίας: Τα Ορλωφικά (α΄μέρος)

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Την Πρωτοχρονιά του 1762, στη Ρωσία, αφού πέθανε η Αυτοκράτειρα Ελισάβετ Πετρόβνα, κόρη του Μεγάλου Πέτρου, την διαδέχθηκε ο τριαντατριάχρονος Γερμανός ανιψιός της Πέτρος ΙΙΙ. Αυτός ήταν ο δούκας του Holstein, KarlPeterUlrich που ήταν εγγονός του Μεγάλου Πέτρου και βέβαια διάδοχος του Ρωσικού θρόνου. Γι’ αυτό ο KarlPeterUlrich είχε βαπτισθεί Ορθόδοξος με το όνομα Πέτρος Φιοντόροβιτς. Έμεινε στην Ιστορία ως ανώριμος και αλκοολικός τσάρος, κυρίως από τη συκοφαντική προπαγάνδα της συζύγου του Αικατερίνης, της κατοπινής «Μεγάλης».
Η αντιπαλότητα των δυο συζύγων είχε τη βάση της κυρίως στην αχαλίνωτη ηθική της Αικατερίνης αλλά και στα διαφορετικά συμφέροντα που εξυπηρετούσαν οι δυο «σύζυγοι». Η Αικατερίνη ήταν κι αυτή Γερμανίδα, κόρη του Πρώσου στρατηγού πρίγκιπα του Anhelt-Zerbst και το όνομά της ήταν Σοφία-Φρειδερίκη. Αφού παντρεύτηκε τον Πέτρο ΙΙΙ, βαπτίσθηκε Ορθόδοξη και πήρε το όνομα δούκισσα Αικατερίνη Αλεξέγεβνα. Όμως ταυτόχρονα αυτή έγινε και μυστική πράκτορας της Αγγλίας με πλούσιες απολαβές από την αγγλική πρεσβεία. Αντίθετα ο Πέτρος ήταν πράκτορας του Φρειδερίκου ΙΙ της Πρωσσίας. Ο γάμος ήταν συμβατικός και οι δυο σύζυγοι ζούσαν χωριστά διατηρώντας εξωσυζυγικές σχέσεις. Ο Πέτρος με την Ελισάβετ Βοροντσώφ και η Αικατερίνη με πολλούς και διάφορους εραστές. Για να δικαιολογήσει τον ανήθικο βίο της αλλά και για να μειώσει το σύζυγό της η Αικατερίνη άρχισε να διαδίδει ότι αυτός ήταν ανίκανος και ότι τουλάχιστον για επτά χρόνια δεν είχε σχέσεις μαζί του.
Έτσι όταν άρχισε η βασιλεία του τσάρου Πέτρου ΙΙΙ οι σχέσεις των δυο συζύγων ήταν όχι μόνο ανύπαρκτες αλλά και εχθρικές. Η διοίκηση του Πέτρου ΙΙΙ ήταν αμφιλεγόμενη. Ουσιαστικά προχώρησε σε τολμηρά φιλολαϊκά μέτρα μειώνοντας τους φόρους. Όμως προφανώς λόγω της γερμανικής καταγωγής του, σταμάτησε αμέσως τον εξαετή, νικηφόρο μέχρι τότε για τη Ρωσία πόλεμο με την Πρωσία, προσπαθώντας δήθεν να ομαλοποιήσει τις διεθνείς σχέσεις της Ρωσίας. Βέβαια αυτή η φιλογερμανική θέση ήταν αναμφισβήτητα και ένα σοβαρό φιλειρηνικό βήμα αφού οι νεκροί του Ρωσοπρωσικού πολέμου είχαν ξεπεράσει τις 100.000. Και σαν να μην έφθανε η διακοπή του πολέμου, ο Πέτρος ΙΙΙ προσπάθησε να «εκγερμανίσει» τον ρωσικό στρατό με την αλλαγή της στολής του και την τοποθέτηση του θείου του ως επικεφαλής της τσαρικής φρουράς. Και ενώ στη μόλις εξάμηνη βασιλεία του προώθησε σημαντικά φιλολαϊκά μέτρα, αυτά δημιούργησαν μεγάλη αναστάτωση στους ευγενείς της Ρωσίας. Έτσι με βασικό επιχείρημα της αριστοκρατίας τη «φιλογερμανική» στάση του τσάρου Πέτρου ΙΙΙ, ξεκίνησε η προσπάθεια για την ανατροπή του. Τότε επιστρατεύθηκε και η προπαγάνδα για τη δήθεν ανικανότητα του τσάρου, που είχε ξεκινήσει η Αικατερίνη για να δικαιολογήσει τον έκφυλο βίο της, και άρχισαν να υποκινούνται εξεγέρσεις εναντίον του. Ο Πέτρος ΙΙΙ βέβαια λόγω της γνωστής ανυπαρξίας σχέσεων με την Αικατερίνη, δεν μπορούσε να πιστεύει ότι ο οκτάχρονος γιος της Παύλος, ήταν γνήσιο παιδί του. Έτσι στις άμεσες σκέψεις του ήταν η αποκλήρωση του παιδιού και ο εγκλεισμός της Αικατερίνης σε μοναστήρι, αφού είχαν αρχίσει να γίνονται γνωστές οι πολλές ερωτικές ατασθαλίες της. Αυτή όμως τον πρόλαβε. Μετά από ένα υποκινούμενο, από τον τότε εραστή της Γρηγόριο Ορλώφ, «εθνικιστικό» πραξικόπημα και μεγάλες κοινωνικές αναστατώσεις και άγριες συμπλοκές, ο αδύναμος τσάρος ανατράπηκε και η Αικατερίνη, έχοντας την κηδεμονία του νόμιμου διαδόχου του Παύλου, στις 28 Ιουνίου 1762, έγινε πανίσχυρη τσαρίνα «πασών των Ρωσιών».
Οκτώ μέρες μετά την ανάρρησή της και αφού όπως λέγεται, έπεισε τον τότε εραστή της και πατέρα του τρίτου, νόθου παιδιού της, Γρηγόριο Ορλώφ για την εξόντωση του Πέτρου ΙΙΙ, στις 6 Ιουλίου ο φυλακισμένος τσάρος βρέθηκε νεκρός. Οι συνωμότες τον στραγγάλισαν με τον ιμάντα ενός μουσκέτου (τουφεκιού) ή τον έπνιξαν με μαξιλάρια. Φυσικός αυτουργός και οργανωτής της δολοφονίας του Πέτρου ήταν ο Αλέξιος Ορλώφ, αδελφός του τότε εραστή της Αικατερίνης. Στο στραγγαλισμό του τσάρου ήταν παρών και ο μετέπειτα εραστής της Αικατερίνης και πρωθυπουργός της Ρωσίας, ο «υπέροχος δούκας της Ταυρίδας», Γκριγκόρι Ποτέμκιν.
Επίσημα ανακοινώθηκε ότι ο θάνατος του Πέτρου οφειλόταν σε εγκεφαλική αιμορραγία…. Παρά την αχαλίνωτη ηθική της και τους εικοσιένα συνολικά εραστές της, η Αικατερίνη έδειξε μεγάλη αποφασιστικότητα και εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες, αφού προσπάθησε και κατάφερε να αναπλάσει το αχανές ρωσικό κράτος πάνω στα οράματα του Μεγάλου Πέτρου αλλά και τις αρχές του φιλελεύθερου διαφωτισμού.Ο Μέγας Πέτρος στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1710-11, που είχε θέσει ως στόχο του την έξοδο της Ρωσίας στη Μαύρη θάλασσα και το Αιγαίο, υπολόγιζε σημαντικά στην ταυτόχρονη εξέγερση των οσποδάρων των παραδουνάβιων περιοχών και των χριστιανικών λαών της βαλκανικής.Μια τέτοια ταυτόχρονη εξέγερση θα αποδυνάμωνε σημαντικά την Τουρκία και θα εξασφάλιζε τη νίκη των Ρώσων που θα προχωρούσαν στη δημιουργία μιας πανίσχυρης πολυεθνικής αυτοκρατορίας ανάλογης με τη βυζαντινή. Οι Βαλκάνιοι όμως δεν ήταν διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν πριν από το πρώτο αποφασιστικό ρωσικό χτύπημα στους Τούρκους. Έτσι, τα ανεκπλήρωτα οράματα του Μεγάλου Πέτρου θέλησε να πραγματοποιήσει η Μεγάλη πλέον Αικατερίνη ΙΙ με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-74, που είχε ως κύριο στόχο του την προσάρτηση των βόρειωνπαραλίων του Εύξεινου Πόντου στη Ρωσία και την ελεύθερη έξοδο του ρωσικού στόλου στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο.
Ο Γρηγόριος Ορλώφ και τα αδέλφια του φυσικά έγιναν τότε παντοδύναμοι. Συμμαθητής στη ρωσική στρατιωτική Σχολή και φίλος του Γρηγόριου Ορλώφ, ήταν ο Έλληνας λοχαγός του ρωσικού στρατού, Γεώργιος Παπάζωλης από τη Σιάτιστα. Αυτός, έξυπνος άνθρωπος, κατάφερε να επηρεάσει την κατάσταση και έτσι αφού γνώριζε τον στόχο των Ρώσων και τις επιδιώξεις της Αικατερίνης, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Πήρε τριετή άδεια από τον Ορλώφ, όταν αυτός έγινε αρχηγός του πυροβολικού και έφυγε μαζί με άλλους μυστικούς πράκτορες από τη Ρωσία για να μελετήσουν την περίπτωση μιας εξέγερσης στα Βαλκάνια. Ο Παπάζωλης πήγε στη Βενετία όπου αφού παρέλαβε και πώλησε το φορτίο που του έφεραν δυο ρωσικά πλοία, με το αντίτιμο αλλά και αρκετά ακόμα χρήματα, άρχισε να στέλνει πλούσια δώρα, για προσηλυτισμό στις ρωσικές ιδέες, σε μονές και ιερούς Ναούς στην υπόδουλη Ελλάδα. Αγόραζε από τη Βενετία ιερά σκεύη, ευαγγέλια, εικόνες, άμφια, σταυρούς, εξαπτέρυγα και τα έστελνε με τους πράκτορές του στην πατρίδα, ως δώρα της Αικατερίνης. Έτσι με τα ιερά δώρα έφθανε στην Ήπειρο, τη Στερεά και το Μοριά το μυστικό μήνυμα της Αικατερίνης για εξέγερση. Στη Βενετία ο Παπάζωλης τύπωσε και ένα βιβλίο βοήθημα για τους Έλληνες που θα πολεμούσαν …οργανωμένα εναντίον των Τούρκων:

«Διδασκαλία, ήγουν Ερμηνεία της πολεμικής τάξεως και τέχνης…»

Εδώ ο εξαθλιωμένος και σχεδόν αγράμματος Ρωμιός πεινούσε και ο Παπάζωλης του μιλούσε, μέσα από μεταφράσεις ρωσικών εγχειριδίων και στρατιωτικών κανονισμών, για πολεμική τάξη και τέχνη. Στη Βενετία αλλά και στην Τεργέστη που πήγε αργότερα, γνώρισε αρκετούς λόγιους Έλληνες αλλά και Βαλκάνιους εμπόρους που τους χρησιμοποίησε στα σχέδιά του για την εξέγερση στην Ελλάδα. Έτσι, αφού είχε και τον κλήρο μαζί του, άρχισε τις επισκέψεις στις υποδουλωμένες περιοχές όπου με πύρινα λόγια αναπτέρωνε τις ελπίδες των ραγιάδων. Δάσκαλοι, αρματωλοί, πρόκριτοι και πλήθος άλλων κατηχήθηκαν από τον Παπάζωλη στην Ήπειρο, την Αιτωλοακαρνανία, την Πελοπόννησο και κυρίως τη Μάνη που η συμμετοχή της κρινόταν απαραίτητη για οποιαδήποτε εξέγερση. Ο Παπάζωλης αλλά και ένας ακόμα Έλληνας απεσταλμένος των Ρώσων από την Πετρούπολη, ο Εμμανουήλ Σάρρος, δεν δίσταζαν να τονίζουν ότι η Αικατερίνη, που προστάτευε την Ορθοδοξία, με τη δύναμη που διέθετε θα απελευθέρωνε τους Έλληνες. Οι Μαυρομιχαλαίοι όμως, που ήταν τότε οι πιο ισχυροί αρχηγοί στη Μάνη, είχαν επιφυλάξεις για τα επαναστατικά κηρύγματα του Παπάζωλη και την πραγματική βοήθεια από τη Ρωσία, αλλά και για τις στρατιωτικές αρετές των υποδούλων σε περιπτώσεις επιθετικού πολέμου.
Στην Καλαμάτα, ζούσε αυτή την εποχή ο πανίσχυρος πρόκριτος Παναγιώτης Μπενάκης, εγγονός του γνωστού Μανιάτη πειρατή Λυμπεράκη Γερακάρη, που από έρωτα και φιλοδοξία συνεργάστηκε με τους Τούρκους. Ο Μπενάκης έχοντας σοβαρότατη περιουσία, είχε κύρος και ήταν σεβαστός, από Τούρκους και Έλληνες, σε όλο τον Μοριά αλλά και στη Μάνη όπου υπήρχαν πολλοί συγγενείς του. Λέγεται μάλιστα ότι φιλοδοξούσε να γίνει κάποτε αρχηγός ενός ελεύθερου κράτους, με τη βοήθεια των ομόδοξων Ρώσων. Έτσι, όταν έφθασε κοντά του ο Παπάζωλης είχε εύκολο έργο. Στις μυστικές συνομιλίες του Μπενάκη με τον Παπάζωλη, ο σεβάσμιος προύχοντας του υποσχέθηκε ότι θα ξεσήκωνε μεγάλη δύναμη Ελλήνων, αν ερχόταν σημαντική βοήθεια από τους Ρώσους. Τότε ο Παπάζωλης για να επιτύχει την εξέγερση, με φλογερά λόγια τον διαβεβαίωσε ότι οι ρωσικές δυνάμεις θα ήταν αξιόλογες και θα βοηθούσαν αποφασιστικά.
Ακολούθησε μεγάλη μυστική συνέλευση προεστών, κληρικών αλλά και Μανιατών στον οχυρό πύργο του Μπενάκη στην Καλαμάτα η οποία κατέληξε σε γραπτό αίτημα για βοήθεια από τη Ρωσία. Σ’ αυτό μάλιστα εκφραζόταν η υπόσχεση για άμεση εξέγερση των Ελλήνων του Μοριά μόλις τα ρωσικά πλοία εμφανίζονταν στις ακτές του. Έτσι, αφού πήρε και το γραπτό αίτημα αυτής της συνελεύσεως στην Καλαμάτα, ο Παπάζωλης γύρισε στην Τεργέστη όπου συγκέντρωσε και τις εκθέσεις των πρακτόρων του από τις άλλες υπόδουλες περιοχές. Αυτές βέβαια περιείχαν ανακρίβειες και υπερεκτιμήσεις, όπως για παράδειγμα η έκθεση του Ουκρανού πράκτορα και περιηγητή, Βασιλείου Ταμάρα. Σ’ αυτή την έκθεση αλλά και σε άλλες ανάλογες, υπήρχαν εξαιρετικές αλλά και παραπλανητικές λεπτομέρειες για τη δυναμικότητα των Ελλήνων και των Τούρκων καθώς και για την ένταση του επαναστατικού φρονήματος. Σ’ αυτές όμως τις αναφορές στηρίχθηκε η τελική απόφαση για την κάθοδο του Ρωσικού στόλου στη Μεσόγειο. Έτσι, αφού ο ρωσοτουρκικός πόλεμος είχε ξεκινήσει στις 30 Σεπτεμβρίου 1768 και μετά την υποτιθέμενη επαναστατική προετοιμασία που είχε γίνει στον ελληνικό χώρο και τις αναφορές των Ρώσων πρακτόρων, έπρεπε να αρχίσει και η τελική φάση της εξέγερσης στη Μεσσηνία και τα νησιά του Αιγαίου.
Μετά από ένα πλήθος αναφορών που έφθαναν στην Πετρούπολη από τους κατά τόπους πράκτορες, δυο αδελφοί του πανίσχυρου Γρηγορίου Ορλώφ, ο Αλέξιος και ο Θεόδωρος, στο τέλος του 1768 έφυγαν από τη Ρωσία με δήθεν αναρρωτική άδεια και πήγαν στη Βενετία με το ψευδώνυμο Οστρώφ. Εκεί συναντήθηκαν με τον Παπάζωλη, τον Ταμάρα και τους άλλους πράκτορες και ενημερώθηκαν για την επαναστατική ετοιμότητα στη βαλκανική. Αφού συγκέντρωσαν όλα τα στοιχεία και εξασφάλισαν και βοήθειες από ισχυρούς Έλληνες παράγοντες στη Βενετία, διαβίβασαν ευνοϊκή αναφορά στη ρωσική αυλή και έτσι ενίσχυσαν τα σχέδια της Αικατερίνης για αντιπερισπασμό στον εξελισσόμενο ρωσοτουρκικό πόλεμο.
Με επίσημη γνωμοδότηση-απόφαση στις 29 Ιανουαρίου 1769, ο Αλέξιος Ορλώφ έγινε υπεύθυνος για όλο τον βαλκανικό χώρο αλλά και για την υποκίνηση εξέγερσης στη Μάνη και τα νησιά του Αιγαίου. Τότε οι Ρώσοι πράκτορες επέστρεψαν στις περιοχές τους με σαφείς διαταγές για την προετοιμασία του επαναστατικού κλίματος με την αναγγελία της άφιξης των Ορλώφ στη Βενετία. Με αυτή την αφορμή επιβεβαίωναν και πάλι την υποστήριξη στον κλήρο με την αποστολή πάλι αμφίων και ιερών σκευών αλλά και στους προκρίτους με την απονομή ειδικά κομμένων χρυσών μεταλλίων με ανάγλυφη τη μορφή της Αικατερίνης. Τότε οι παραινέσεις των υποκινητών πρακτόρων στους προκρίτους και κυρίως στους Μανιάτες έγιναν επίμονες, ώστε αυτοί να ταξιδέψουν μαζί τους στη Βενετία και να συνομιλήσουν με τον απεσταλμένο της τσαρίνας, Αλέξιο Ορλώφ. Στην επιστροφή τους μετά τη συνάντηση με τον ισχυρό Ρώσο αξιωματικό, φυσικά αυτοί θα έπειθαν και τους άλλους για το πραγματικό ενδιαφέρον της τσαρίνας για τη βοήθεια της εξέγερσης τους. Η συστηματική βοήθεια της τσαρικής αυλής προς τον κλήρο είχε σαν αποτέλεσμα τη διασπορά χρησμών και λαϊκών προφητειών για επερχόμενη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και πλήρη ανασύσταση του Βυζαντίου. Αυτές οι δεισιδαιμονίες στήριζαν τις ελπίδες των υποδούλων για ξένη βοήθεια από τους ομόδοξους Ρώσους και ουσιαστικά λειτούργησαν ανασταλτικά στη δημιουργία πραγματικού ελληνικού επαναστατικού κινήματος. Επειδή μάλιστα τα κίνητρα αυτής της εξέγερσης ήλθαν από το εξωτερικό και δεν είχαν θεμελιωθεί στην ελληνική πραγματικότητα οδήγησαν τελικά στην παταγώδη αποτυχία.
Λόγω της επιμονής της Βενετίας αλλά και της Γένοβας για σαφή ουδετερότητα σ’ αυτή τη ρωσοτουρκική διένεξη, οι αδελφοί Ορλώφ μετακινήθηκαν τελικά στο μεγάλο δουκάτο της Τοσκάνης, που έγινε και το στρατηγείο τους, μέχρι την κάθοδο του ρωσικού στόλου στο Μοριά. Εκεί, στο λιμάνι του Livorno, ξόδευαν τεράστια ποσά για τη στρατολόγηση πληρωμάτων και περίμεναν την άφιξη του ρωσικού στόλου. Στον σκλαβωμένο Μοριά ο Μπενάκης, οι Μαυρομιχάληδες, ο Ζαΐμης και άλλοι πρόκριτοι αλλά και κληρικοί, προετοίμαζαν την εξέγερση με συγκέντρωση ανδρών αλλά και τροφίμων και εφοδίων, κάτω από τη μύτη των Τούρκων που δεν είχαν καταλάβει ακόμα τίποτα για την επερχόμενη εξέγερση.

(Φωτογραφία: Το αρχοντικό του Μπενάκη στην Καλαμάτα)