Η συγγραφέας, που γεννήθηκε στην Ελλάδα, ζει μόνιμα στο Μόναχο της Γερμανίας με την οικογένειά της από το 1998. Εργάζεται ως οικονομική και φορολογική σύμβουλος, αλλά τον ελεύθερο χρόνο της τον αφιερώνει στον φανταστικό κόσμο των βιβλίων, είτε διαβάζοντας ιστορίες που έχουν φανταστεί άλλοι είτε γράφοντας η ίδια ιστορίες που θα ήθελε να διαβάσουν οι άλλοι. Ξεκίνησε γράφοντας ιστορίες για παιδιά, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει ασχοληθεί και με ιστορίες για ενήλικες, χωρίς όμως ποτέ να απομακρυνθεί από τον κόσμο του φανταστικού. Στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί τα εξής βιβλία της: Στην αναζήτηση της χαμένης ομορφιάς (εκδ. Πατάκη, 2003), Ο φύλακας της Ερμίν (εκδ. Κέδρος, 2008), Τα πράσινα και κίτρινα πιόνια (εκδ. Πηγή, 2024) και Παγιδευμένοι στις παρυφές του χρόνου (εκδ. Πηγή, 2025), το οποίο μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη. Όπως λέει η συγγραφέας, μιλώντας στην «Ε» και στο diastixo.gr: “Η λογοτεχνία του φανταστικού είναι ο χώρος όπου η ψυχή τολμά να φανερωθεί χωρίς μάσκες. Πιστεύω ότι στις ιστορίες όπου η φαντασία και η πραγματικότητα αλληλεπιδρούν, η αλήθεια δεν δηλώνεται απλά, αλλά πραγματικά αποκαλύπτεται.”
Μια περιπέτεια μυστηρίου και φαντασίας για ένα φρικτό μυστικό, μια τελευταία ελπίδα, και ένα χαμένο βιβλίο που θα ανατρέψει τα πάντα.
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Τι ήταν αυτό που σας ενέπνευσε να γράψετε το βιβλίο "Παγιδευμένοι στις παρυφές του χρόνου"; Υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός ή ιδέα που αποτέλεσε αφετηρία;
Δεν ήταν ένα συγκεκριμένο γεγονός αυτό που μου έδωσε την ιδέα της ιστορίας. Για μένα η έμπνευση έρχεται συνήθως από κάποια συναισθήματα, που δύσκολα εκφράζονται με λόγια. Στο συγκεκριμένο βιβλίο, η αφετηρία ήταν η περιέργεια για το πώς ο άνθρωπος μαθαίνει να συμφιλιώνεται με το ακατανόητο και το διαφορετικό, καθώς και η αίσθηση ότι κάποιες στιγμές από το παρελθόν μένουν παγιδευμένες μέσα μας και συνεχίζουν να επηρεάζουν το παρόν. Έτσι, θέλοντας να εξερευνήσω αυτή τη λεπτή περιοχή όπου το παρελθόν, η μνήμη και η φαντασία συναντιούνται, γεννήθηκε η ιστορία της Έμμας και του Πάουλ.
Ξεκινήσατε να γράφετε για παιδιά, αλλά πλέον έχετε γράψει και αρκετές ιστορίες για ενήλικες. Πώς προσεγγίζετε τη συγγραφή όταν απευθύνεστε σε διαφορετικές ηλικίες;
Δεν αλλάζω τόσο τον τρόπο που γράφω, αλλά την οπτική. Όταν γράφω για νεαρές ηλικίες, προσπαθώ να δω τον κόσμο με τα δικά τους μάτια – με αρκετή αθωότητα και απλοποίηση. Όταν γράφω για ενήλικες, κοιτάζω περισσότερο προς τα μέσα. Οι ερωτήσεις παραμένουν οι ίδιες, απλά έχουν χάσει πια την αφέλειά τους, γιατί οι ώριμοι αναγνώστες προσεγγίζουν τα θέματα, τις σκέψεις και τα συναισθήματα από διαφορετικές οπτικές. Στην ουσία, και οι δύο μορφές γραφής συναντιούνται στο σημείο όπου όλοι, εφηβικό κοινό και ενήλικες, προσπαθούμε να κρατηθεί ζωντανή η ικανότητα να θαυμάζουμε και να αναρωτιόμαστε.
Το φανταστικό στοιχείο παραμένει σταθερά παρόν στο έργο σας. Τι είναι αυτό που σας μαγεύει τόσο πολύ σε αυτό το λογοτεχνικό είδος;
Αυτό που με συναρπάζει στη λογοτεχνία του φανταστικού είναι πως, παρόλο που οι ιστορίες αυτές εκ πρώτης όψεως μοιάζουν φανταστικές, κατά βάθος μιλούν για αληθινά ανθρώπινα συναισθήματα. Μέσα από το φανταστικό μπορώ να μιλήσω για όσα δεν χωρούν εύκολα στο καθημερινό λεξιλόγιό μας, όπως φόβοι, επιθυμίες ή απώλειες. Η λογοτεχνία του φανταστικού είναι ο χώρος όπου η ψυχή τολμά να φανερωθεί χωρίς μάσκες. Πιστεύω ότι στις ιστορίες όπου η φαντασία και η πραγματικότητα αλληλεπιδρούν, η αλήθεια δεν δηλώνεται απλά, αλλά πραγματικά αποκαλύπτεται.
Πώς καταλήξατε στον τίτλο «Παγιδευμένοι στις παρυφές του χρόνου» και τι θέλετε να προκαλέσει στη σκέψη των αναγνωστών;
Ο τίτλος γεννήθηκε από την αίσθηση ότι όλοι, με κάποιον τρόπο, είμαστε αναγκασμένοι εκ των πραγμάτων να ζούμε ανάμεσα σε αυτό που υπήρξε και σε αυτό που δεν έχει ακόμη συμβεί. Οι «παρυφές» είναι αυτό το μεταίχμιο, όπου ο χρόνος χάνει τη βεβαιότητά του· εκεί όπου οι μνήμες, τα όνειρα και οι φόβοι μπλέκονται. Ήθελα ο τίτλος να αφήνει ένα ανοιχτό ερώτημα. Είμαστε πραγματικά παγιδευμένοι ή απλώς είμαστε διστακτικοί να προχωρήσουμε; Κατέληξα, λοιπόν, στον συγκεκριμένο τίτλο, γιατί θεώρησα ότι έχει τη δύναμη και την απλότητα να μιλήσει απευθείας στον αναγνώστη, χωρίς να χρειάζεται πολλές εξηγήσεις. Άλλωστε, ένας τίτλος πρέπει να σε τραβάει από την πρώτη ματιά, αλλά και να αποκτά μεγαλύτερο βάθος όταν ο αναγνώστης ολοκληρώνει την ανάγνωση.
H ηρωίδα σας, η Εμμα, ζει μια αθάνατη ζωή εγκλωβισμένη στον χρόνο. Πώς δουλέψατε τον χαρακτήρα της και ποιο ήταν το μεγαλύτερο στοίχημα στη δημιουργία της;
Προσπάθησα ο χαρακτήρας της Έμμας να χτιστεί αργά και βήμα-βήμα. Δεν ήθελα να είναι μια ηρωίδα με τη συμβατική έννοια, αλλά ένας καθρέφτης του ανθρώπου που προσπαθεί να καταλάβει ποιος είναι, όταν ο χρόνος παύει να έχει νόημα, ενώ ταυτόχρονα παλεύει να βρει τη δύναμη να αγωνιστεί με θάρρος και πείσμα για τους δικούς της ανθρώπους. Το μεγαλύτερο στοίχημα που είχα να αντιμετωπίσω, ήταν να κρατήσω την ισορροπία ανάμεσα στο πραγματικό και στο φανταστικό και η Έμμα να παραμείνει ανθρώπινη, ακόμη κι όταν κινείται σε έναν κόσμο που δεν υπακούει στους νόμους της λογικής. Η Έμμα στην ιστορία δεν αναζήτησε την αθανασία, πληρώνει άλλωστε βαρύ τίμημα γι’ αυτή την αθανασία. Η Έμμα αγωνίζεται για την ελευθερία.
Ο Πάουλ είναι ένας χαρακτήρας γεμάτος μυστικά. Τον εμπνευστήκατε από κάποιο πραγματικό πρόσωπο;
Οχι, ο Πάουλ δεν βασίζεται σε κάποιο πραγματικό πρόσωπο. Είναι περισσότερο μια φιγούρα εμπνευσμένη από τους εφήβους εκείνους που, επηρεασμένοι από τις κοινωνικές συνθήκες, τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια, τις τραυματικές εμπειρίες που έχει αφήσει στην ψυχή τους η σκιά του θανάτου, κουβαλούν μέσα τους όλα όσα δεν μπορούν ή δεν θέλουν να εκφράσουν με λόγια.
Ποια είναι η σχέση σας με τον χρόνο, τη μνήμη και την πραγματικότητα – θέματα που εμφανίζονται έντονα στο βιβλίο σας; Καταλήξατε σε κάποια προσωπικά συμπεράσματα κατά τη συγγραφή;
Οσο έγραφα το βιβλίο, για κάποιους από τους ήρωες ο χρόνος καθοριζόταν από τα συναισθήματα και τις εμπειρίες τους, που με τη βοήθεια της μνήμης τα έφερναν μαζί τους από το παρελθόν στο παρόν. Η μνήμη λοιπόν ήταν εκείνη που τους βοηθούσε να νιώσουν τον χρόνο και αυτά που φέρνει μαζί του και να τα κρατήσουν ζωντανά στο σήμερα. Από την άλλη πλευρά, όμως, στην ιστορία υπάρχουν ήρωες που δεν έχουν μνήμες από το παρελθόν. Η Έμμα, για παράδειγμα, μαθαίνει τι είναι χρόνος βλέποντας τα σημάδια που αφήνει κατά το πέρασμά του πάνω στο πρόσωπο του Φρανς. Στην ιστορία των παγιδευμένων στις παρυφές του χρόνου είναι, λοιπόν, η μνήμη και ο χρόνος, που βοηθούν τους ήρωες να αναγνωρίσουν αλλά και να βιώσουν την πραγματικότητα. Όσο έγραφα το βιβλίο, συνειδητοποίησα ότι η ομορφιά δεν είναι ποτέ καθαρή, γιατί υπάρχουν πολλά σκοτεινά στοιχεία καλά κρυμμένα πίσω από τη σκιά της. Κάτω από τη λάμψη της μπορεί να πάλλεται πόνος, φθορά ή ακόμα και ματαιότητα. Κι όμως, ίσως γι’ αυτό μας συγκινεί εντέλει η ομορφιά, γιατί πίσω της αναγνωρίζουμε κάτι βαθύτερο, αληθινό, ανθρώπινο.
Υπάρχει κάποιος δευτερεύων χαρακτήρας που αγαπήσατε ιδιαίτερα ενώ γράφατε;
Ναι, υπάρχουν πάντα δευτερεύοντες χαρακτήρες που ενώ προχωράει η ιστορία, χωρίς να το περιμένεις, αποκτούν δική τους ζωή. Στους Παγιδευμένους στις παρυφές του χρόνου, ένιωσα ιδιαίτερη τρυφερότητα για τον Φρανς, που μοιάζει να θυμάται πράγματα που ίσως δεν έζησε ποτέ. Είναι σαν να κρατά μέσα του τη συλλογική μνήμη όλων των ηρώων της ιστορίας. Τον βλέπω σαν την ίδια τη μνήμη, τον αόρατο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο παρελθόν και το τώρα, τη φωνή που ψιθυρίζει όσα οι άλλοι δεν μπορούν να πουν.
Πώς νιώθετε όταν ολοκληρώνετε ένα βιβλίο και πάτε στο επόμενο;
Κάθε ιστορία έχει τον δικό της κύκλο ζωής, που κλείνει στην τελευταία σελίδα του βιβλίου. Όταν τελειώνει το βιβλίο, χρειάζομαι πάντα μια βαθιά σιωπή και λίγο χρόνο για να αποχαιρετήσω τους «ανθρώπους» που έζησαν μαζί μου για αρκετό καιρό. Παράλληλα όμως μεγαλώνει μέσα μου μια ανυπομονησία, γιατί το τέλος ενός βιβλίου κρύβει ήδη τον σπόρο του επόμενου. Δεν είναι μετάβαση, αλλά πολλές φορές είναι συνέχεια. Το επόμενο βιβλίο ξεκινά πάντα από ό,τι άφησε άλυτο το προηγούμενο.
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ενα παλιό κάστρο. Ενα μυστικό βιβλίο. Μια κοπέλα με τη μνήμη μιας άλλης εποχής. Τι θα συνέβαινε αν ξυπνούσες µια µέρα και η ζωή που θυµόσουν δεν ήταν ποτέ δική σου; Η Έµµα ζει και εργάζεται ως βοηθός κουζίνας στο θρυλικό κάστρο του Νοϊσβανστάιν: έναν τόπο γεµάτο ιστορία, αυστηρούς κανόνες και σκιές που δεν ανήκουν µόνο στο παρελθόν. Η ζωή της κυλά σε αυστηρούς ρυθµούς και η καθηµερινότητά της είναι προβλέψιµη. Ώσπου φτάνει ο Πάουλ, ένας µυστηριώδης επισκέπτης µε ένα παλιό βιβλίο… κι ένα βλέµµα που µοιάζει να τη γνωρίζει από πάντα. Από εκείνη τη στιγµή, η πραγµατικότητα αρχίζει να µετατοπίζεται σ’ έναν κόσµο που υπάρχει «εκτός χρόνου», σ’ έναν κόσµο όπου το όνειρο αγγίζει την πραγµατικότητα και η µνήµη µπορεί να είναι πιο επικίνδυνη από τη λήθη. Η Εµµα ακούει ψίθυρους που δεν υπάρχουν, θυµάται πράγµατα που δεν έζησε ποτέ, και ο χρόνος –ή αυτό που ξέραµε ως χρόνο– παύει να έχει σηµασία. Τι κρύβει το βιβλίο; Ποιος πραγµατικά είναι ο Πάουλ; Και πόσα κοµµάτια της αλήθειας µπορεί να αντέξει κάποιος που την είχε ξεχάσει; Ενα ταξίδι φαντασίας, µεταφυσικής και εσωτερικής αναζήτησης, όπου το παρελθόν δεν έχει ακόµη ειπωθεί και το µέλλον περιµένει να γραφτεί. Ενα ψυχολογικό µυθιστόρηµα φαντασίας, ένα ταξίδι αυτογνωσίας µέσα σε κόσµους παράλληλους, σε µυστικά καλά θαµµένα και ερωτήµατα που δεν έχουν εύκολες απαντήσεις.
