Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2026 20:04

«ΚΙΜΩΝ» ισχύς και διάλογος υπό όρους

Γράφτηκε από την

«ΚΙΜΩΝ» ισχύς και διάλογος υπό όρους

Του Χρήστου Καπούτση

Το πρωινό της 15ης Ιανουαρίου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Πρωθυπουργός, πλαισιωμένοι από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, επιβιβάστηκαν εν πλω στη φρεγάτα BELH@RRA στον Φαληρικό Όρμο. Η εικόνα δεν είχε απλώς τελετουργικό χαρακτήρα. Επρόκειτο για μια συνειδητή πολιτική πράξη υψηλού συμβολισμού, σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια, η αποτροπή και η γεωπολιτική ισχύς επανέρχονται στο επίκεντρο των διεθνών σχέσεων.
Η φρεγάτα ΚΙΜΩΝ συγκαταλέγεται στα πλέον σύγχρονα πολεμικά πλοία παγκοσμίως. Μαζί με τις άλλες τρεις φρεγάτες ίδιου τύπου που αναμένεται να ενταχθούν στον Στόλο, μεταβάλλει ριζικά τις επιχειρησιακές δυνατότητες του Πολεμικού Ναυτικού. Δεν πρόκειται για ποσοτική ενίσχυση, αλλά για ποιοτική μετάβαση σε ένα ναυτικό αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας περιοχής. Όπως χαρακτηριστικά απάντησε ο κυβερνήτης της φρεγάτας σε σχετική ερώτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, «η εμβέλεια των όπλων της, ξεπερνά τα εθνικά χωρικά ύδατα». Η φράση αυτή συμπυκνώνει τη νέα φιλοσοφία αποτροπής.
Για πρώτη φορά, ελληνικό πολεμικό πλοίο δεν περιορίζεται στην αυτοπροστασία του, αλλά είναι σε θέση να καλύπτει ολόκληρη τη θαλάσσια περιοχή όπου επιχειρεί. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό διαδραματίζει το ραντάρ SEA FIRE, ένα πλήρως ψηφιακό σύστημα τελευταίας γενιάς, ικανό να εντοπίζει, να ιχνηλατεί και να εμπλέκει ταυτόχρονα δεκάδες στόχους: μαχητικά αεροσκάφη, πυραύλους, drones και σμήνη μη επανδρωμένων μέσων. Στο Αιγαίο, αυτό σημαίνει έγκαιρη προειδοποίηση και ουσιαστικό έλεγχο του εναέριου χώρου. Σε συμμαχικές αποστολές, η ΚΙΜΩΝ λειτουργεί ως πλοίο-κόμβος διοίκησης και ελέγχου.

Η ισχύς των αισθητήρων συνδυάζεται με τους πυραύλους Aster-30, που συγκροτούν τον πυρήνα της αεράμυνας περιοχής. Δημιουργείται έτσι μια πραγματική «ομπρέλα προστασίας», η οποία ενισχύει αποφασιστικά την αποτροπή στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, η ΚΙΜΩΝ διαθέτει καθαρή επιθετική δυνατότητα. Με πυραύλους Exocet νέας γενιάς μπορεί να πλήξει εχθρικά πλοία αλλά και ζωτικούς στόχους στην ξηρά, προσδίδοντας στη χώρα αυξημένη επιχειρησιακή ευελιξία και στρατηγικό βάθος. Στο Αιγαίο, η αποτροπή πλέον δεν αμφισβητείται, επιβάλλεται.
Με την ένταξη της ΚΙΜΩΝ, το Πολεμικό Ναυτικό αποκτά τη δυνατότητα ισότιμης συμμετοχής σε συμμαχικές αποστολές υψηλής έντασης, από τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο και την Ερυθρά Θάλασσα. Η Ελλάδα αναβαθμίζεται σε αξιόπιστο πάροχο συμμαχικής ασφάλειας και συνδιαμορφωτή εξελίξεων σε θαλάσσιες ζώνες αυξημένου γεωστρατηγικού ανταγωνισμού, στις «φλεγόμενες» θάλασσες. Το πλοίο έχει σχεδιαστεί για τα σύγχρονα πεδία ναυτικού πολέμου: κορεσμό πυραύλων, δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις, απειλές πολλαπλών κατευθύνσεων. Επιβάλλει έλεγχο πριν εκδηλωθεί η κρίση και ισχύ πριν αμφισβητηθεί η αποτροπή.
Το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές και δεν επιδέχεται παρερμηνειών. Η Ελλάδα επενδύει συνειδητά στη στρατιωτική της ισχύ, όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως θεμέλιο άσκησης κυριαρχίας, αποτροπής και διεθνούς αξιοπιστίας. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής ρευστότητας και ωμής ισχύος, η επιλογή αυτή συνιστά πράξη στρατηγικής ωριμότητας. Η ασφάλεια αποτελεί προϋπόθεση σταθερότητας και η αξιόπιστη αποτροπή την πιο ρεαλιστική επένδυση στην ειρήνη.
Η ιστορική συνέχεια της ναυτικής ισχύος υπογραμμίστηκε από το σήμα του Αρχηγού του Πολεμικού Ναυτικού, που καλωσόρισε τον κατάπλου της ΚΙΜΩΝ με τη φράση του Ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη: «...εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ’ ορμής ακαθέκτου και με την πεποίθησιν της νίκης...», είναι ένα σήμα, που είχε στείλει ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης προς τα πλοία του Ελληνικού Στόλου και στον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, λίγα λεπτά πριν από την έναρξη της Ναυμαχίας της Έλλης, στις 3 Δεκεμβρίου 1912, κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, όπου καταβύθισε το σύνολο σχεδόν του στόλου της Τουρκίας.Εκείνη η ναυμαχία καθόρισε την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο και συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του ισχύοντος νομικού και κυριαρχικού καθεστώτος.

Συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν εντός Φεβρουαρίου

Η Άγκυρα προαναγγέλλει συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν εντός Φεβρουαρίου. Το προανήγγειλε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, ΧακάνΦιντάν. Και αυτό από μόνο του δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά ένδειξη πολιτικής πρόθεσης και επικοινωνιακής στρατηγικής.
Η Τουρκία επιμένει να μιλά για ένα «μόνιμο πρόβλημα του Αιγαίου», επιχειρώντας να συμπτύξει στο ίδιο τραπέζι χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ και ευρύτερες πτυχές εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται για πάγια τακτική διεύρυνσης της ατζέντας.
Η ελληνική θέση, αντιθέτως, παραμένει σταθερή και θεσμικά κατοχυρωμένη: μία και μόνη διαφορά υφίσταται και αυτή είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας που όμως η Τουρκία δεν αναγνωρίζει.
Παράλληλα, ο Χ. Φιντάν εκπέμπει μήνυμα ισχύος σε όλα τα μέτωπα. Μιλά για Συρία και Κούρδους χωρίς να αποκλείει τη χρήση βίας, υπογράφει αμυντικές συμφωνίες με Πακιστάν και Σαουδική Αραβία και διατηρεί ενεργό στρατιωτικό και πολιτικό αποτύπωμα σε Συρία, Λιβύη και Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία δεν προσέρχεται στον διάλογο, με όρους διπλωματίας, αλλά ως στρατιωτικοποιημένη περιφερειακή δύναμη που διεκδικεί ρόλο και επιρροή.
Διατυπώνει όμως και σοβαρή πολιτική αιχμή. Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών, μεταφέρει προκαταβολικά την ευθύνη ενδεχόμενου αδιεξόδου της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν, στις «εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες της Ελλάδας», υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία λειτουργεί διαχρονικά ως εσωτερικό πολιτικό φόβητρο και ότι όποιος Έλληνας πολιτικός επιδιώκει προσέγγιση πληρώνει πολιτικό κόστος. Πρόκειται για γνωστή ρητορική: πίεση, ψυχολογική μετατόπιση ευθυνών και προσπάθεια απονομιμοποίησης της ελληνικής στάσης ως προϊόν εσωτερικών σκοπιμοτήτων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κριτική Φιντάν προς τον Έλληνα πρωθυπουργό για τις επαφές του με τον Ισραηλινό ομόλογό του και για τη στρατηγική εμβάθυνση των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων, ακόμη και σε στρατιωτικό επίπεδο. Η αιχμή περί «πολιτικά μη αποδεκτών φωτογραφιών» στο Τελ Αβίβ δεν αφορά την ηθική της διπλωματίας, αλλά την προσπάθεια περιορισμού της ελληνικής στρατηγικής αυτονομίας και των συμμαχιών της.
Η Αθήνα, ωστόσο, οφείλει να παραμείνει απολύτως σαφής: διάλογος, ναι. Συζήτηση που άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων όχι.
Ο Φεβρουάριος δεν θα κρίνει απλώς μια συνάντηση κορυφής. Θα κρίνει αν ο διάλογος λειτουργεί ως εργαλείο επίλυσης διαφορών ή ως μηχανισμός πολιτικής πίεσης και αναθεωρητικής εξοικείωσης. Και αυτό είναι το πραγματικό γεωπολιτικό διακύβευμα.