Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2026 18:20

Μακάβρια αλλά επιτακτικά…

Γράφτηκε από τον

Μακάβρια αλλά επιτακτικά…

Με τον Ηλία Μπιτσάνη

Υπάρχουν πράγματα μακάβρια αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να ασχοληθούμε με αυτά επειδή συνδέονται άμεσα με τη ζωή και τη μνήμη των ανθρώπων που κλείνουν τον κύκλο τη ζωής τους. Με τους «κεκοιμημένους» και το σεβασμό στη μνήμη τους. Το τελευταίο περιστατικό στο νεκροταφείο Καλαμάτας και η οργή των συγγενών για τους βανδαλισμούς, ήρθε να δείξει την τεράστια συναισθηματική φόρτιση που ακολουθεί τη λέξη «νεκροταφείο», επί το θρησκευτικότερον «κοιμητήριο». Όταν η πόλη ήταν ένα άθροισμα οικισμών, κάθε οικισμός είχε την εκκλησία του και κάθε εκκλησία είχε το νεκροταφείο της πολλές φορές δίπλα από αυτή. Τελευταία «μνήμη» από την πραγματικότητα αυτή είναι το νεκροταφείο στον Αβραμόγιαννη. Παλαιότερα υπήρχε νεκροταφείο και στον Αγιο Κωνσταντίνο. Ακόμη πιο παλιά και στον Αγιο Κωνσταντίνο και αν κάνουμε μια βουτιά πολύ πιο πίσω θα ανακαλύψουμε και νεκροταφείο δίπλα στον Αγιο Αθανάσιο Τζάνε, κάπου στη συμβολή Μητροπολίτου Μελετίου και Υπαπαντής. Νεκροταφειακός ναός και ο Αγιος Χαράλαμπος από την κατασκευή του που ανάγεται τον 12ο αιώνα, στα νεότερα χρόνια Μητρόπολη η εκκλησία της Παναγίας στην «προέκταση» της παλιάς (την εκκλησία του νεκροταφείου εννοούν οι παλιοί καλαματιανοί όταν λένε «Μητρόπολη»). Υπό έρευνα η τοποθεσία «παλαιά μνήματα» και σημασία της που συναντάμε σε δημοσιεύματα του 19ου αιώνα, καθώς στην περιοχή περί του οικιστικού πυρήνα της παλιάς πόλης έχουν βρεθεί ρωμαϊκοί τάφοι.

Καθώς η πόλη μεγάλωνε και οι συνοικίες δημιουργούσαν πλέον ένα ενιαίο πολεοδομικό συγκρότημα, χώρος «υποδοχής» των κεκοιμημένων έγινε το σημερινό νεκροταφείο. Επίπεδη με με μεγάλη… άπλα η περιοχή του σημερινού νεκροταφείου εκείνα τα χρόνια του 19ου αιώνα, προσφερόταν για επέκταση ακόμη και τα προπολεμικά χρόνια όταν τα αυθαίρετα της ανατολικής πόλης βρίσκονταν μακρύτερα. Και αναφέρει το ρεπορτάζ της «Σημαίας» στις 4/7/1939 στο πλαίσιο έρευνας για τα ζητήματα της πόλης όταν φτάνει στα… δικαιώματα των κεκοιμημένων: «Υπάρχει και ζήτημα Νεκροταφείου, εις τας Καλάμας. Και εδώ οι κεκοιμημένοι ήρχισαν να… ασφυκτιούν συνεπεία των νέων… ενοίκων. Αναγκαία λοιπόν η επέκτασις του νεκροταφείου, δια την οποίαν υπάρχει ευτυχώς χώρος. Ακόμη κρίνεται απαραίτητος η κατασκευή οστεοφυλακίου εις το οποίον θα ρίπτωνται τα οστά των κεκοιμημένων εκείνων οι οποίοι λησμονηθέντες από τους οικείους των, ουδέποτε ανεζητήθησαν και εξακολουθούν κατέχοντες παρανόμως πολύτιμον χώρον. Προέχει επίσης το ζήτημα της προμήθειας μιάς συγχρονισμένης αυτοκινήτου νεκροφόρου δια να τεθή μια και καλή τέρμα εις την αναχρονιστικήν εκείνην συνήθειαν να παρελαύνουν οι νεκροί δια των οδών της πόλεως και μάλιστα μέχρι πρότινος… ασκεπείς!».

Η επέκταση του νεκροταφείου όμως δεν αποτελούσε λύση για το μέλλον. Δύο ημέρες αργότερα δημοσιεύεται στη «Σημαία» επιστολή με την οποία εκφράζεται η διαφωνία με την επέκταση και τίθεται το ζήτημα της μεταφοράς σε άλλο σημείο, κάτι το οποίο είχε ανακινηθεί από το 1925 όταν δήμαρχος ήταν ο Σάλμας. Προτείνεται μάλιστα και θέση στην οποία ο ιδιοκτήτης παραχωρούσε και το χώρο αλλά και την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου (ανατολική πόλη) για να δημιουργηθεί νέο νεκροταφείο: «Ο συνεργάτης σας κ. Αποστολόπουλος θίγων διάφορα τοπικά ζητήματα, δεν ελησμόνησε και το νεκροταφείον μας συστήσας την επέκτασίν του. Ας μου επιτραπή να φρονώ ότι δεν υφίσταται ζήτημα επεκτάσεως Νεκροταφείου, αλλά κυρίως ζήτημα ιδρύσεως και δευτέρου Νεκροταφείου έξω της πόλεως. Διότι το υπάρχον νεκροταφείο ευρισκόμενον σχεδόν εντός της πόλεως, εκμηδενίζει την αξίαν των γειτονικών κτημάτων και γηπέδων, παρακωλύον την επέκτασιν της πόλεως προς ανατολάς. Επί δημαρχίας του κ. Σάλμα η «Σημαία» είχεν ανακινήσει το ζήτημα της μεταφοράς του Νεκροταφείου εις την περιοχήν του Αγ. Κωνσταντίνου του Ζαχαράκη. Ενθυμούμαι μάλιστα ότι ο μακαρίτης ο Ζαχαράκης έστερξε να δωρήση τον ναόν του Αγίου Κωνσταντίνου και την περιοχήν του εις τον Δήμον, αν επρόκειτο να ιδρυθή εκεί Νεκροταφείον. Ατυχώς μερά την λήξιν της δημαρχοντίας του κ. Σάλμα, ο Δήμος δεν επωφελήθη της προσφοράς του Ζαχαράκη και το ζήτημα εναυάγησε. Αλλά τούτον δεν σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να γίνη τώρα η μεταφορά του εις την αυτήν θέσιν. Εχω την γνώμην ότι ο Δήμος θυσιάζων 150-200 χιλιάδας δραχμών, θα εξαγοράσει τον πέριξ του Αγ. Κωνσταντίνου χώρον, τον οποίον εντός πενταετίας θα διαρρυθμίση και θα περιβάλη δια τοίχου δια των χρημάτων του σημερινού νεκροταφείου. Υποθέτω ότι προς την άποψιν ταύτην δύναται να συνταχθή και ο Δήμος διότι εάν εξακολουθήση η επέκτασις του υπάρχοντος Νεκροταφείου δεν θα βρη λογαριασμόν ο Δήμος».

Το ίδιο θέμα είχε θέσει η εφημερίδα ακριβώς 5 χρόνια νωρίτερα, στις 24/6/1934. Κοινό χαρακτηριστικό των δύο παρεμβάσεων η υπόθεση επέκτασης της πόλης προς τα ανατολικά όπου υπήρχαν πολλά διαθέσιμα οικόπεδα γύρω από το νεκροταφείο αλλά η λειτουργία του ήταν αποτρεπτικός παράγοντας για την οικοδόμηση. Η οποία έγινε κάτω από την οικιστική πίεση της μεταπολεμικής περιόδου και των ιδιοκτητών και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετα: «Το Δημοτικό Συμβούλιο απησχολήθη προχθές με τον προϋπολογισμόν του νεκροταφείου. Δεν έχομεν λόγους ν’ αμφιβάλλωμεν ότι η διαχείρησίς του είναι πιστή και ευσυνείδητος. Αλλ’ έχομεν την γνώμην ότι αι εισπράξεις έπρεπε να διατίθενται δι’ άλλον σκοπόν. Η σημερινή θέσις του νεκροταφείου δεν είναι η προσήκουσα. Το σημερινόν νεκροταφείον ευρίσκεται εντός της πόλεως. Είναι λοιπόν αναγκαίον να μετατοπισθεί εκείθεν και να γείνη νέον νεκροταφείον. Η ανάγκη νέου νεκροταφείου είναι από πολλού χρόνου ενδεδειγμένη και έπρεπε σοβαρώς ν’ απασχολήσει το δημοτικόν σώμα. Τα νεκροταφεία εντός των πόλεων αποτελούν μίαν κολοσσιαίαν ανορθογραφίαν. Αι σημεριναί του εισπράξεις είναι τοιαύται, ώστε θα ήταν δυνατόν να εχρησιμοποιούντο δια την αγοράν του αναγκαίου χώρου προς εγκατάστασιν νέου νεκροταφείου. Τριακόσιαι χιλιάδαι δραχμών ετησίως, καταλλήλως διατεθειμέναι θα ήσαν αρκεταί ώστε και ο χώρος να εξευρεθεί και η διαμόρφωσίς του να συντελεσθή και Ναός νέος ν’ ανεγερθεί. Η ίδρυσις νέου νεκροταφείου, ενώ θ’ απήλλασε την πόλιν από ενός θεάματος θλιβερού, ταυτοχρόνως θα παρείχεν την ευκαιρίαν, όπως η πόλις κατοικηθή εις τα ωραιότερα και υγιεινότερα αυτής σημεία. Τώρα οι πέριξ του νεκροταφείου χώροι είναι αχρησιμοποίητοι. Το δημοτικόν συμβούλιον έχει καθήκον ν’ αποβλέψη μετά προσοχής εις την άποψιν την οποίαν υποστηρίζομεν και να υιοθετήση την γνώμην της μεταφοράς του νεκροταφείου. Ο Δήμος δεν έχει να υποστή καμμίαν θυσίαν. Η μεταφορά θα γίνη δια των σημερινών πόρων του νεκροταφείου, ο δε σήμερον χρησιμοποιούμενος χώρος προς ταφήν των νεκρών θα μεταβληθεί προϊόντος του χρόνου εις ένα θαυμάσιον πάρκον. Εμπρός λοιπόν κ. δήμαρχε! Ηγηθείτε μιας τοιαύτης κινήσεως και είμεθα βέβαιοι ότι θα προσφέρετε μιαν μεγάλην υπηρεσίαν εις την πόλιν».

Η πρόταση περιλάμβανε και την μετατροπή του νεκροταφείου σε πάρκο, θέμα το οποίο επανήλθε στο προσκήνιο το 1978 με τις υποσχέσεις του υπό το Σταύρο Μπένο συνδυασμού «Αλλαγή» προς τους κατοίκους της περιοχής. Ανέφερε τότε το πρόγραμμα: ««Είναι επιτακτική η ανάγκη μεταφοράς του νεκροταφείου σε άλλο χώρο που θα λύσει ταυτόχρονα δύο προβλήματα. Αφ’ ενός μεν τη λειτουργία του νεκροταφείου που θα είναι άψογη και αφ’ ετέρου την απόδοση στην πόλη ενός σημαντικού κομματιού για αξιοποίηση». Όπως αποδείχθηκε όμως, δεν ήταν μια τόσο εύκολη απόφαση ακόμη και όταν νομιμοποιήθηκαν τα αυθαίρετα, έγινε σχέδιο πόλης και τα σπίτια ακούμπησαν τη… μάντρα του νεκροταφείου. Στα 50 σχεδόν χρόνια από τότε το θέμα είναι σε εκκρεμότητα και θα συνεχίσει να είναι όσο δεν αντιμετωπίζεται σοβαρά. Η κριτική αφορά όλες τις δημοτικές αρχές της μεταπολιτευτικής περιόδου αλλά εκ των πραγμάτων τα ρέστα ζητάμε από την τελευταία που δεν είναι και… χθεσινή για να έχει «περίοδο χάριτος».

Πάμε πάλι λοιπόν πίσω και φθάνουμε τη δεκαετία του 1980 για να τεθεί πάλι το ζήτημα αυτή τη φορά επί εδάφους καθώς χωροθετήθηκε ως τέτοιος αυτός του πεδίου βολής. Και παραμένει έτσι χωρίς καμία προοπτική κατασκευής νεκροταφείου καθώς ο τόπος αποδείχθηκε απρόσφορος, καμία δημοτική αρχή δεν έκανε σοβαρή προσπάθεια υλοποίησης του σχεδίου και όπως λέμε, μετά από 100 χρόνια είμαστε «στο μηδέν» παρότι «έχει ανάψει κόκκινο» εδώ και δεκαετίες. Και εδώ ανακύπτουν ουσιώδη ερωτήματα: Εξακολουθεί να ισχύει πολιτικά η πρόβλεψη για νεκροταφείο στο πεδίο βολής; Αν ναι, ποιες ενέργειες έχουν γίνει και που βρίσκεται σήμερα η υπόθεση; Τελικά αυτός ο σχεδιασμός είναι συμβατός με τις πραγματικές ανάγκες της πόλης; Μήπως πρέπει να συζητηθεί μια αποκεντρωτική πολιτική με νεκροταφεία στην περιφέρεια της πόλης για να καλύπτουν τις ανάγκες προσέγγισης των ανθρώπων από τις συνοικίες τους κατά το παλιό «πρότυπο»; Ερωτήματα που έχουν να κάνουν με την κρατούσα θρησκευτική αντίληψη, τα υπόλοιπα προς το παρόν παραλείπονται καθόσον δεν έχουν πρόθυμο… θεσμικό αποδέκτη. Και «ο νοών νοείτο»…

Αλλά η κατάσταση στο νεκροταφείο έχει φθάσει προ πολλών ετών στο απροχώρητο. Και να περιμένουμε την εποχή που διαθέσιμοι χώροι για ταφή θα είναι τα νεκροταφεία στα χωριά, δεν είναι και η καλύτερη λύση σε ένα θέμα που αφορά στο σεβασμό των προσφιλών που κλείνουν τον κύκλο του αναπόφευκτου…

*Όταν το δημοτικό συμβούλιο είναι σε θέση να συζητήσει σοβαρά αυτό το θέμα με πρόθεση να δοθεί λύση χωρίς αοριστολογίες, υποσχέσεις, κόντρες και με το βλέμμα στις κάμερες, να μας ειδοποιήσετε να το μάθουμε και εμείς οι «απέξω» από το ναό της κοκορομαχίας…