Ένας από τους συμπολεμιστές του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι, ήταν κι ο παπα-Νικόλαος Πολίτης, παππούς του Νικόλαου Πολίτη που έμελλε να συνδέσει το όνομά του με τη Λαογραφία στην Ελλάδα. Ο πατέρας του Γεώργιος Πολίτης ήταν δικαστικός και είχε γεννηθεί στα Γιαννιτσάνικα της επαρχίας Καλαμών.
Ο Νικόλαος Πολίτης, που θεωρείται και είναι ο πατέρας της επιστήμης της λαογραφίας στην Ελλάδα, γεννήθηκε στη Γιάννιτσα, το σημερινό Ελαιοχώρι της Καλαμάτας, στις 3 Μαρτίου 1852 και μεγάλωσε στην Καλαμάτα. Από μικρή ηλικία είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την καθημερινή, παραδοσιακή ζωή και από τα μαθητικά του χρόνια «έβγαζε» μια χειρόγραφη εφημερίδα που την ονόμαζε «Ο Φιλόπαις». Το 1866, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, ο Νικόλαος Πολίτης έστειλε τα πρώτα του δημοσιεύματα στην «Πανδώρα» και στην «Εφημερίδα των Φιλομαθών». Παράλληλα και λίγο αργότερα δημοσίευσε λαογραφικές μελέτες σε περιοδικά, όπως η «Ευτέρπη», η «Εστία», η «Χρυσαλλίς» και η «Φιλόστοργος μήτηρ».
Το 1866 ξέσπασε η Κρητική Επανάσταση που κράτησε μέχρι το1869. Αυτή ήταν μια από τις πιο σημαντικές επαναστάσεις του κρητικού λαού εναντίον των οθωμανών κατά τον 19ο αιώνα. Η εξέγερση αποσκοπούσε στην ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Βέβαια δεν ήταν επιτυχημένη και κατέληξε με την ανατίναξη της Μονής Αρκαδίου, που προκάλεσε τον θάνατο περίπου τριακοσίων πολιορκημένων αλλά και επτακοσίων αμάχων. Η επανάσταση του 1866-1869 πέτυχε όμως να διεθνοποιήσει το ζήτημα της Κρήτης, αφού η διεθνής κοινή γνώμη το αναγνώρισε ως μία από τις πτυχές του Ανατολικού Ζητήματος.
Τότε, το 1866, ο ανήσυχος δεκατετράχρονος νεαρός, Νικόλαος Πολίτης, «το έσκασε» από το σπίτι του στην Καλαμάτα και κατευθύνθηκε προς το Ναύπλιο, με σκοπό να μπει σε κάποιο πλοίο για να φτάσει εθελοντής στην Κρήτη. Φυσικά η οικογένεια αναστατώθηκε και τελικά ο πατέρας του τον ακολούθησε και τον πρόλαβε στο Ναύπλιο, πριν επιβιβαστεί σε κάποιο πλοίο. Γύρισαν μαζί στην Καλαμάτα.
Το 1871, σε ηλικία δέκα εννέα ετών, βραβεύτηκε από το περιοδικό «Πανδώρα» για το έργο του «Μελέτη επί του βίου των νεότερων Ελλήνων» ή «Νεοελληνική μυθολογία». Παράλληλα από το 1868 μέχρι το 1872 σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αποφοίτησε και από το 1874 μέχρι το 1878, συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική Αθηνών. Πάντοτε ανήσυχος και πολυπράγμων, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη συλλογή υλικού για τις πολιτισμικές εξελίξεις, από το 1876 συνέχισε με υποτροφία τις σπουδές του στο Μόναχο, όπου γνωρίστηκε με διαπρεπείς επιστήμονες της εποχής.
Στις 2 Φεβρουαρίου το 1878, η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Φυσικά από αυτόν δεν μπορούσε να απουσιάζει ο πάντοτε ανήσυχος Νικόλαος Πολίτης. Διέκοψε τις σπουδές του και κατατάχθηκε στον στρατό λαμβάνοντας μέρος στον πόλεμο. Σε αυτόν οι ελληνικές δυνάμεις, ενώ φαινόταν ότι θα κυριαρχήσουν, μετά από τη μεσολάβηση των μεγάλων δυνάμεων, υποχώρησαν και ακολούθησε η υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου.
Μετά τον πόλεμο, από το 1880, ο Νικόλαος Πολίτης υπηρέτησε ως ανώτερος υπάλληλος στο Υπουργείο Παιδείας στις κυβερνήσεις του Χαριλάου Τρικούπη. Ήταν τμηματάρχης Μέσης Εκπαίδευσης και Γενικός Επιθεωρητής της Δημοτικής Εκπαίδευσης μέχρι τον Δεκέμβριο του 1887. Και σε αυτή την περίοδο της ζωής του συνέχισε να συλλέγει λαογραφικό υλικό και να εμπλουτίζει το αρχείο του με στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού.
Ήδη από το 1882 ήταν Υφηγητής της ελληνικής μυθολογίας στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1888 παντρεύτηκε την Μαρία Φιλοσοφοπούλου και απέκτησαν τέσσερις γιους και δύο κόρες οι οποίες όμως πέθαναν πρόωρα. Οι γιοι τους ήταν:
Ο Γιώργος Πολίτης (1889-1973), φιλόλογος, βιβλιοκριτικός και συντάκτης του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, ο Φώτος Πολίτης (1890-1934), σκηνοθέτης και θεατρικός κριτικός, ο Άλκης Πολίτης (1902-1978), πατέρας του Αλέξη Πολίτη, μελετητή των δημοτικών τραγουδιών και καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης και ο Λίνος-Παναγιώτης Πολίτης (1906-1982) καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Το 1890 ο Νικόλαος Πολίτης ανακηρύχθηκε Καθηγητής της Μυθολογίας και της Ελληνικής Αρχαιολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ανήσυχο πνεύμα και πολυδιάστατος, συνέβαλε και στην οργάνωση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 1896.
Από το 1899 μέχρι το 1902 εξέδωσε το έργο του «Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού – Παροιμίαι». Το 1904 προχώρησε στην έκδοση και του αντίστοιχου έργου για τις «Παραδόσεις».
Συνεχίζοντας την πορεία του στη θεμελίωση της λαογραφίας, το 1908 ο Νικόλαος Πολίτης ίδρυσε την Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία. Από τον κανονισμό της ορίστηκε ότι «έργο της Εταιρείας είναι η καλλιέργεια και προαγωγή των λαογραφικών ερευνών και σπουδών, ιδίως των αναφερόμενων στη γνώση του ελληνικού και των άλλων λαών της Βαλκανικής».
Το έργο του πια είχε αναγνωριστεί και το 1914 ο Πολίτης εξέδωσε το πιο γνωστό έργο του «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού». Συνεχίζοντας, το 1918 ίδρυσε το Λαογραφικό Αρχείο, το σημερινό «Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας» της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1920 πρόλαβε να εκδόσει τον πρώτο τόμο των «Λαογραφικών Συμμείκτων». Ακολούθησε η έκδοση από το Λαογραφικό Αρχείο / Κέντρο Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών άλλων τριών τόμων των Συμμείκτων (ο τόμος Β΄το 1921, ο τόμος Γ΄το 1931 και ο τόμος Δ΄το 1985)
Στις 12 Ιανουαρίου του 1921, σε ηλικία 69 ετών, ο Νικόλαος Πολίτης πέθανε στην Αθήνα. Το έργο του όμως έμεινε στον ελληνικό λαό ως μια πολύτιμη παρακαταθήκη των παραδόσεων και της γλώσσας του. Έδωσε υπόσταση σε έναν πολιτισμό που όλοι αγνοούσαν. Ήξερε ότι αν δεν τον κατέγραφε, θα χανόταν.
Και τα κατάφερε.
