Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2026 12:56

Το πλαφόν στο μικτό κέρδος δεν αναχαιτίζει την ακρίβεια

Γράφτηκε από την

Το πλαφόν στο μικτό κέρδος δεν αναχαιτίζει την ακρίβεια

 

Του Γιάννη Διονυσόπουλου*

Το πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους σε 63 κατηγορίες προϊόντων ευρείας κατανάλωσης και στα καύσιμα, που ανακοίνωσε πρόσφατα η κυβέρνηση, δεν αγγίζει το κόστος παραγωγής και εισαγωγής. Πολλές αυξήσεις έχουν ήδη ενσωματωθεί στην εφοδιαστική αλυσίδα κατά το προηγούμενο έτος. Το πλαφόν δεν αναχαιτίζει την ακρίβεια, προσπαθεί να αντιμετωπίσει την αισχροκέρδεια.

Η ακρίβεια είναι εδώ και καλά κρατεί

Το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους δεν μπορεί να αναχαιτίσει το νέο κύμα ακρίβειας, καθότι τα ανακοινωθέντα μέτρα είναι ανεπαρκή και ελλιπή ως προς την αποτελεσματικότητά τους, που είναι το ζητούμενο.

Επίσης, οι επιχειρήσεις εφευρίσκουν διάφορα «παραθυράκια», με ενδο-ομιλικές και τριγωνικές συναλλαγές, που διαμορφώνουν εικονικά κόστη στη διαδρομή, με συνέπεια να εκφεύγουν του μέτρου. Αποτέλεσμα ο καταναλωτής να παραμένει εκτεθειμένος σε φαινόμενα αισχροκέρδειας και εξαπάτησης, ενώ παράλληλα η αγοραστική του δύναμη μειώνεται συνεχώς.

Στην Ελλάδα ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στη βενζίνη είναι 0,7 ευρώ/λίτρο, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι, 0,53 ευρώ/λίτρο και η ελάχιστη ευρωπαϊκή τιμή είναι 0,36 ευρώ/λίτρο,. Αυτό σημαίνει ότι για τιμή διυλιστηρίου 1 ευρώ/λίτρο η κρατική φορολόγηση οδηγεί την τιμή καταναλωτή στα 2,10 ευρώ, (1,0 + 0,7) Χ 1,24=2,10 το λίτρο, εκ των οποίων 1,10 ευρώ είναι τα φορολογικά έσοδα του κράτους δηλ. ο φόρος στη βενζίνη είναι 110%!

Άρα η ακρίβεια βασίζεται στην υπερβολική φορολόγηση και όχι στο πλαφόν περιθωρίου κέρδους 5 και 12 λεπτών/λίτρο για την εταιρία εμπορίας για τον πρατηριούχο αντίστοιχα.

Επίσης, ένα σοβαρό θέμα είναι ότι, μένουν εκτός του μέτρου πλαφόν τα διυλιστήρια. H κυβέρνηση με την απόφαση της για επιβολή πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, λόγω της κρίσης από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αφενός δίνει τη δυνατότητα στους εισαγωγείς και τα διυλιστήρια να «αισχροκερδούν» και αφετέρου προστατεύει τα υπέρογκα έσοδα του κράτους και μάλιστα τα αυξάνει, καθώς όσο ανεβαίνει η τιμή αυξάνεται και ο ΦΠΑ.

Για να είναι πολιτικά και κοινωνικά κατανοητό, χρειάζεται να συνδέσουμε την αύξηση της τιμής, με τη λογική των αποθεμάτων και του χρόνου εφοδιασμού, δηλ. να μην αλλάζει η τιμή πολύ πιο γρήγορα από το πραγματικό κόστος. Δεν μπορεί η τιμή των καυσίμων να αυξάνεται μέσα σε 24 ή 48 ώρες, όταν όλοι γνωρίζουμε ότι η εφοδιαστική αλυσίδα λειτουργεί με εντελώς διαφορετικούς χρόνους. Όταν τα συμβόλαια αγοράς του αργού πετρελαίου κλείνονται πολύ πριν φορτώσουν τα τάνκερ. Επίσης ένα τάνκερ που ξεκινά από τον Περσικό Κόλπο χρειάζεται περίπου τρεις εβδομάδες για να φτάσει στα ελληνικά διυλιστήρια στην Ελευσίνα, ενώ τα αποθέματα που τηρούνται καλύπτουν τρεις μήνες, δεν μπορεί η τιμή στην αντλία να ανεβαίνει μέσα σε 48 ώρες. Αυτό δεν είναι πραγματική μετακύλιση κόστους είναι στρέβλωση της αγοράς.

Επομένως, δεν είναι δίκαιο και κοινωνικά λογικό να αυξάνονται οι τιμές άμεσα, μέσα σε δύο ημέρες, με βάση διεθνείς διακυμάνσεις που δεν έχουν ακόμη επηρεάσει το πραγματικό κόστος των αποθεμάτων. Γι’ αυτό χρειάζεται ένα πιο δίκαιο και διαφανές σύστημα εποπτείας των τιμών, που να λαμβάνει υπόψη τον πραγματικό χρόνο αγοράς των καυσίμων και το κόστος των υπαρχόντων αποθεμάτων, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα υπερβολικών και πρόωρων ανατιμήσεων.

Δημιουργία μηχανισμού τιμής βάσει κόστους αποθεμάτων

Αν θέλουμε να κάνουμε μια θεσμική πρόταση, η οποία να είναι σαφής, εφαρμόσιμη και να προστατεύει τον καταναλωτή και την υγιή επιχειρηματικότητα, η κυβέρνηση οφείλει να εξετάσει τη θέσπιση μηχανισμού προσωρινού πλαφόν όχι μόνο στο περιθώριο κέρδους αλλά και στις τελικές τιμές, σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες όταν παρατηρούνται ακραίες ανατιμήσεις που δεν δικαιολογούνται από το κόστος παραγωγής ή εισαγωγής.

Ο μηχανισμός αυτός θα πρέπει να είναι στοχευμένος, διαφανής και χρονικά περιορισμένος, ώστε να προστατεύει τους καταναλωτές από φαινόμενα αισχροκέρδειας, χωρίς να πλήττει την υγιή λειτουργία της αγοράς και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται:

• Η τιμολόγηση των καυσίμων στην εσωτερική αγορά να λαμβάνει υπόψη το πραγματικό κόστος των υφιστάμενων αποθεμάτων και όχι μόνο τις άμεσες διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου, δηλ. η τιμή δεν μπορεί να αυξάνεται ταχύτερα από το κόστος αντικατάστασης των αποθεμάτων.

• Δημιουργία από την αρμόδια Ρυθμιστική Αρχή ενός Δείκτη Κόστους Αποθεμάτων Καυσίμων, ο οποίος θα βασίζεται, στη μέση τιμή αγοράς των φορτίων που έχουν ήδη εισαχθεί, στον χρόνο εφοδιασμού της αγοράς - ναυτιλιακός χρόνος μεταφοράς, - στο ύψος των υποχρεωτικών στρατηγικών αποθεμάτων που διατηρούν τα διυλιστήρια και οι εταιρείες.

• Σε περιόδους κρίσεων και έντονων διεθνών διακυμάνσεων, ορίζεται ανώτατη χονδρική τιμή με βάση το μέσο κόστος των αποθεμάτων που βρίσκονται ήδη στη χώρα και επιτρέπεται μόνο σταδιακή προσαρμογή προς τις νέες διεθνείς τιμές, η δε προσαρμογή γίνεται με χρονική υστέρηση, ώστε να αντικατοπτρίζει το πραγματικό κόστος νέων εισαγωγών, δηλ., η αγορά προσαρμόζεται όταν φτάσουν νέα φορτία με διαφορετικό κόστος, όχι όταν αλλάξει απλώς η διεθνής τιμή.

• Τα διυλιστήρια και οι μεγάλοι εισαγωγείς θα πρέπει να δηλώνουν περιοδικά τις ποσότητες αποθεμάτων, το χρόνο αγοράς φορτίων και το μέσο κόστος εισαγωγής. Τα στοιχεία θα παρακολουθούνται από τη ρυθμιστική αρχή για να διαπιστώνεται αν η αύξηση τιμών δικαιολογείται.

• Ο μηχανισμός ενεργοποιείται όταν, οι διεθνείς τιμές αυξηθούν απότομα, όταν υπάρξει γεωπολιτική κρίση και όταν διαπιστωθούν μεγάλες αποκλίσεις τιμών στην εσωτερική αγορά. Στόχος είναι να αποφεύγονται άμεσες και υπερβολικές αυξήσεις που δεν αντανακλούν το πραγματικό κόστος.

Ο μηχανισμός, δεν καταργεί τον ανταγωνισμό, είναι προσωρινός και στοχευμένος και διασφαλίζει εύλογο περιθώριο κέρδους για τις επιχειρήσεις. Έτσι προστατεύεται τόσο ο καταναλωτής όσο και η ομαλή λειτουργία της αγοράς. Ένας μηχανισμός πλαφόν τιμής βάσει αποθεμάτων αποκαθιστά τη διαφάνεια, αποτρέπει φαινόμενα πρόωρων ανατιμήσεων και ενισχύει την εμπιστοσύνη στην αγορά.

Ας μην μας διαφεύγει ότι, στα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ιταλία, Κύπρος, Πορτογαλία, Σλοβενία, η Ιταλία) που ήθελαν να στηρίξουν τους πολίτες τους στις περιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης, το έκαναν πράξη, μειώνοντας τον ΕΦΚ και τον ΦΠΑ, για ένα συγκεκριμένο διάστημα μέχρι οι τιμές επιστρέψουν σε φυσιολογικά επίπεδα. Αυτό είναι ζήτημα διαφάνειας, θεσμικής ευθύνης και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Επίσης η κυβέρνηση μεταξύ των μέτρων που θα μπορούσε να πάρει είναι και η μη επιβολή ΦΠΑ επί του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης.

Σε περιόδους έντονων ανατιμήσεων, δεν αρκεί να ελέγχεται μόνο το ποσοστό κέρδους, αλλά η κυβέρνηση πρέπει να έχει τη δυνατότητα να θέτει πλαφόν και στις τελικές τιμές βασικών αγαθών, ώστε να διασφαλίζεται ότι η αγορά λειτουργεί με κανόνες και ότι ο καταναλωτής δεν μένει απροστάτευτος.

Όταν οι αυξήσεις μεταφέρονται ακαριαία στον καταναλωτή, αλλά οι μειώσεις αργούν ή δεν φτάσουν σε αυτόν, τότε δημιουργείται ένα αίσθημα αδικίας. Η κυβέρνηση είναι αυτή που πρέπει να διασφαλίσει ότι οι τιμές των καυσίμων και των λοιπών καταναλωτικών αγαθών αντανακλούν την πραγματική οικονομία της εφοδιαστικής αλυσίδας και όχι την ταχύτητα των χρηματιστηριακών διακυμάνσεων.

* Ο Γιάννης Διονυσόπουλος είναι Οικονομολόγος Ph.D., Μέλος Κεντρικής Διοίκησης Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, Αναπληρωτής Γραμματέας Τομέα Ανάπτυξης & Επενδύσεων ΠΑΣΟΚ, Μέλος της Γραμματείας Τομέα Επιστημόνων ΠΑΣΟΚ