Τι σχέση μπορεί να έχει ένας πόλεμος στη Μέση Ανατολή με την τιμή του ψωμιού, της βενζίνης ή του γάλακτος στην Ελλάδα; Περισσότερη απ’ όση φανταζόμαστε. Η οικονομία σήμερα λειτουργεί σαν ένα παγκόσμιο δίκτυο αλληλεξαρτήσεων. Όταν μια κρίση ξεσπά σε μια περιοχή που ελέγχει κρίσιμες ενεργειακές πηγές, οι επιπτώσεις διαχέονται σε ολόκληρο τον πλανήτη. Και τελικά φτάνουν στο πιο απλό σημείο της καθημερινότητας: το ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Ο πόλεμος που εξελίσσεται στη Μέση Ανατολή έχει ήδη προκαλέσει σοβαρούς κραδασμούς στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Η τιμή του πετρελαίου έχει εκτοξευθεί πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ σε ορισμένες στιγμές της κρίσης πλησίασε ακόμη και τα 120 δολάρια, επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2022.
Ο λόγος είναι απλός: περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου περνά από τα Στενά του Ορμούζ, ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα στον Περσικό Κόλπο. Όταν η περιοχή μετατρέπεται σε πεδίο στρατιωτικής αντιπαράθεσης, η παγκόσμια προσφορά ενέργειας διαταράσσεται.
Και εδώ αρχίζει το οικονομικό «ντόμινο».
Όταν αυξάνεται η τιμή του πετρελαίου, αυξάνεται το κόστος των μεταφορών. Όταν αυξάνονται οι μεταφορές, αυξάνεται το κόστος παραγωγής σχεδόν σε όλα τα προϊόντα: από τα τρόφιμα μέχρι τις πρώτες ύλες. Έτσι η ακρίβεια μεταφέρεται σε όλη την οικονομία. Αυτός είναι ο μηχανισμός που οδηγεί στον πληθωρισμό.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, που εισάγουν μεγάλο μέρος της ενέργειας που καταναλώνουν, η επίδραση είναι ακόμη πιο έντονη. Οι αυξήσεις στο πετρέλαιο μεταφράζονται γρήγορα σε ακριβότερη βενζίνη, ακριβότερες μεταφορές και τελικά σε υψηλότερες τιμές στα ράφια των καταστημάτων.
Όμως οι οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας σύγκρουσης δεν σταματούν εκεί. Οι διεθνείς αγορές αντιδρούν με έντονη νευρικότητα. Τα χρηματιστήρια παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις, οι επενδυτές γίνονται πιο επιφυλακτικοί και η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνεται. Όταν το κόστος ενέργειας αυξάνεται, οι επιχειρήσεις μειώνουν επενδύσεις και παραγωγή, ενώ οι καταναλωτές περιορίζουν τις δαπάνες τους.
Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί οικονομολόγοι μιλούν για τον κίνδυνο ενός διπλού φαινομένου: πληθωρισμού και ταυτόχρονα επιβράδυνσης της ανάπτυξης. Με απλά λόγια, οι τιμές ανεβαίνουν ενώ η οικονομία κινείται πιο αργά.
Τι μπορούμε λοιπόν να περιμένουμε τους επόμενους μήνες;
Το πρώτο πιθανό σενάριο είναι το πιο αισιόδοξο. Αν η σύγκρουση περιοριστεί χρονικά και δεν υπάρξει μακροχρόνια διακοπή στις μεταφορές πετρελαίου, οι αγορές μπορεί να σταθεροποιηθούν σχετικά γρήγορα. Οι τιμές ενέργειας θα παραμείνουν αυξημένες για ένα διάστημα, αλλά σταδιακά θα υποχωρήσουν.
Το δεύτερο σενάριο είναι πιο δύσκολο. Αν η σύγκρουση παραταθεί και συνεχιστούν οι επιθέσεις σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις ή δεξαμενόπλοια, τότε η προσφορά ενέργειας θα περιοριστεί περισσότερο. Σε αυτή την περίπτωση το πετρέλαιο μπορεί να κινηθεί ακόμη υψηλότερα, οδηγώντας σε νέο κύμα πληθωρισμού στην Ευρώπη.
Το τρίτο και πιο ανησυχητικό σενάριο είναι η γενικευμένη αποσταθεροποίηση της περιοχής. Αν κλείσει για μεγάλο διάστημα το Στενό του Ορμούζ ή αν εμπλακούν περισσότερες χώρες, η παγκόσμια οικονομία θα αντιμετωπίσει μια σοβαρή ενεργειακή κρίση. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι τιμές ενέργειας θα εκτοξευθούν, η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί και πολλές οικονομίες θα βρεθούν μπροστά στον κίνδυνο ύφεσης.
Η ιστορία δείχνει ότι οι ενεργειακές κρίσεις είναι από τους πιο ισχυρούς παράγοντες που επηρεάζουν την οικονομία. Το είδαμε τη δεκαετία του 1970, το είδαμε πιο πρόσφατα με την ενεργειακή κρίση μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το βασικό δίδαγμα είναι ότι σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο οι πόλεμοι δεν μένουν ποτέ τοπικοί. Ξεκινούν σε μια περιοχή, περνούν από τις αγορές ενέργειας και καταλήγουν τελικά στο πιο καθημερινό σημείο της οικονομίας: την τσέπη του πολίτη.
Και γι’ αυτό, όσο μακριά κι αν φαίνεται μια σύγκρουση στον χάρτη, η οικονομική της σκιά μπορεί να φτάσει πολύ πιο κοντά απ’ όσο νομίζουμε — μέχρι το ταμείο του σούπερ μάρκετ.
