Τρίτη, 31 Μαρτίου 2026 20:42

Η τελετουργική μεταφορά του Αγίου Φωτός: μεταξύ ουσίας και τύπου

Γράφτηκε από την

Η τελετουργική μεταφορά του Αγίου Φωτός: μεταξύ ουσίας και τύπου

Του Χρήστου Καπούτση

Η τελετουργική μεταφορά του Αγίου Φωτός από τα Ιεροσόλυμα προς την Αθήνα, με τιμές αρχηγού κράτους, εγείρει ένα κρίσιμο θεολογικό και φιλοσοφικό ερώτημα: μεταφέρουμε πράγματι το Φως ή αναπαράγουμε έναν τύπο που υποκαθιστά την ουσία;
Στην ορθόδοξη παράδοση, το «Άγιο Φως» δεν αποτελεί απλώς ένα φυσικό ή ιστορικό γεγονός, αλλά σημείο, δηλαδή αναφορά σε μια υπερβατική πραγματικότητα. Το φως της Ανάστασης δεν μεταδίδεται ως υλικό αγαθό, ούτε εγκλωβίζεται σε γεωγραφικές διαδρομές. Είναι η ίδια η εμπειρία της Αναστάσεως ως μέθεξη στο Άκτιστο φως, αυτό που ο Γρηγόριος Παλαμάς προσδιόρισε ως ενεργό παρουσία της θείας χάριτος, και όχι ως αντικειμενοποιημένο «αντικείμενο».
Όταν, όμως, το σημείο αυτονομείται από το σημαινόμενο, τότε η θεολογία υποχωρεί και τη θέση της καταλαμβάνει η τυπολατρία. Η τιμητική υποδοχή με κρατικά πρωτόκολλα, αν και μπορεί να εκληφθεί ως έκφραση σεβασμού, ενέχει τον κίνδυνο να μετατρέψει το μυστήριο σε θέαμα και την πίστη σε δημόσια επίδειξη. Εκεί, το φως παύει να είναι βίωμα και γίνεται γεγονός προς κατανάλωση.
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής θα μας υπενθύμιζε ότι τα αισθητά είναι «λόγοι» που οδηγούν στον Λόγο, όχι αυτάρκεις πραγματικότητες. Αν ο πιστός σταθεί στο εξωτερικό σχήμα, χωρίς να διαπεράσει προς την εσωτερική αλήθεια, τότε η λατρεία εκπίπτει σε επανάληψη χωρίς μεταμόρφωση.
Και ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, διδάσκει: «Μη μένεις στο σχήμα, αλλά ανέβα εις την ουσίαν», που αποτελεί, μια σύντομη, αλλά και αφοριστική υπενθύμιση, ότι η υπερβολική προσκόλληση σε τύπους εκτρέφει τυπολατρία, όχι πίστη.

Φιλοσοφικά, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι εδώ συναντούμε την ένταση μεταξύ ουσίας και φαινομένου: όταν το φαινόμενο απολυτοποιείται, η ουσία αποκρύπτεται. Το φως, ως υπαρξιακή αποκάλυψη, δεν «μεταφέρεται», βιώνεται. Δεν «υποδέχεται» κανείς το Φως , αλλά καλείται να φωτιστεί.
Και ακριβώς γι’ αυτό, χωρίς φόβο αλλά με ταπείνωση, οφείλουμε να διατυπώνουμε κρίση και λόγο. Όχι ως άρνηση της παράδοσης, αλλά ως διάκριση μεταξύ ουσίας και τύπου. Διότι όταν ο τύπος υπερκαλύπτει την ουσία, τότε το μυστήριο συσκοτίζεται.
Υπό αυτό το πρίσμα, η τελετουργική μεταφορά και η υποδοχή του Αγίου Φωτός με όρους κοσμικής επισημότητας δεν υπηρετούν την εμβάθυνση της πίστης, αλλά κινδυνεύουν να την εκτρέψουν σε εξωτερική επιβεβαίωση. Η πίστη, όμως, δεν έχει ανάγκη από επιδείξεις, έχει ανάγκη από βίωμα.
Γι’ όλα τα παραπάνω, και ως προσωπική, συνειδητή τοποθέτηση, θεωρώ ότι το συγκεκριμένο τελετουργικό οφείλει να επανεξεταστεί, ακόμη και να καταργηθεί. Προσωπικά πιστεύω ότι η λεγόμενη μεταφορά του Αγίου Φωτός, από το σεπτόν και παλαίφατο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ( Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων θεωρείται παλαίφατο λόγω της αρχαιότητάς του και του συνδέσμου με τους Αποστόλους), στην Αθήνα, έχει μεταβληθεί σε τυπολατρική και θρησκειοληπτική τελετουργία, η οποία απειλεί να ακυρώσει το βαθύτερο θεολογικό νόημά της.
Η κατάργησή της , δεν επιδιώκεται για να αποδυναμωθεί η πίστη, αλλά για να απελευθερωθεί από ό,τι την καθιστά θέαμα και να επανέλθει στην ουσία της: στη σχέση, στη μέθεξη, στη μεταμόρφωση. Πρόκειται για τη μετάβαση από ένα γεγονός κοσμικό σε ένα υπερκόσμιο μεταφυσικό «αφήγημα» ένθεου σαρκώσεως και ομολογίας Πίστεως.
Το αληθινό Φως δεν ταξιδεύει με πτήσεις, δεν περιορίζεται σε σχήματα ή τελετές, δεν αναγνωρίζει γεωγραφικές συντεταγμένες. Ανατέλλει μέσα στον άνθρωπο, φωτίζει τις ψυχές και καθοδηγεί τον νου, αντί να τον συσκοτίζει. Είναι βιωματική αποκάλυψη, μέθεξη στο Άκτιστο Φως, που υπερβαίνει κάθε εξωτερική επίδειξη και κάθε τυπικό «αντικείμενο».