Η απογοήτευση των Ελλήνων πολιτών δεν είναι απλώς συναίσθημα, είναι υπαρκτό πολιτικό γεγονός. Είναι η σιωπηλή ψήφος δυσπιστίας απέναντι σε ένα σύστημα που αναπαράγει τον εαυτό του μέσα από κομματικές επετηρίδες, κλειστές παρέες και έναν αρχηγισμό, που θυμίζει περισσότερο αυλή εξουσίας παρά σύγχρονη Δημοκρατία. Τα κόμματα, εξουσίας και μη, δείχνουν εγκλωβισμένα σε έναν ναρκισσισμό που τα απομακρύνει από την κοινωνία που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Ο εκφυλισμός της Δημοκρατίας δεν είναι μόνο έργο της εξουσίας. Είναι και ένα συνδυαστικό αποτέλεσμα της ανοχής και αποχής. Όταν η κοινωνία αποσύρεται, η ευθύνη μετατρέπεται σε συνενοχή. Η αδιαφορία των πολιτών δεν είναι ουδετερότητα, είναι σιωπηρή νομιμοποίηση του ευτελισμού της Βουλής.
Η αποχή , που αγγίζει το μισό εκλογικό σώμα, είναι αφενός αφασία, ανευθυνότητα και αδιαφορία και αφετέρου είναι καταγγελία. Είναι η άρνηση συμμετοχής σε ένα παιχνίδι που πολλοί πολίτες θεωρούν στημένο. Και όσο οι ίδιοι φθαρμένοι πρωταγωνιστές επανεμφανίζονται ως «σωτήρες», τόσο η απόσταση μεγαλώνει.
Αυτό το πολιτικό τέλμα δεν είναι ακίνδυνο. Σε μια περίοδο γεωπολιτικών αναταράξεων, στρατιωτικών συγκρούσεων και αβεβαιότητας στην ευρύτερη γειτονιά μας, η Ελλάδα δεν αντέχει μια Δημοκρατία κουρασμένη , φθαρμένη και διεφθαρμένη και κυρίως, κοινωνικά αποσυνδεδεμένη. Όταν το 50% των πολιτών μένει εκτός κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, η Δημοκρατία δεν είναι πλήρης, είναι ακρωτηριασμένη. Και μέσα σε αυτό το κενό ευδοκιμούν ο νεποτισμός, η αλαζονεία και η αναξιοκρατία.
Η απάντηση δεν είναι η αποχή, είναι η επανακατάκτηση της συμμετοχής. Η διαρκής πίεση για διαφάνεια, λογοδοσία και αξιοκρατία. Για ανανέωση ουσιαστική και όχι μόνο ηλικιακή. Αυτό δεν είναι σύνθημα, είναι αδιαπραγμάτευτη κοινωνική απαίτηση της εποχής.
Το ερώτημα δεν είναι, αν το υπάρχον πολιτικό σύστημα έχει αποτύχει. Έχει αποτύχει και μάλιστα με τρόπο κραυγαλέο, κοινωνικά ορατό και πολιτικά μετρήσιμο. Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι η αποτυχία του, αλλά η επιβίωσή του. Και αυτή , η επιβίωση και «άνθηση» του κομματικού κατεστημένου, δεν στηρίζεται στη λαϊκή εμπιστοσύνη, αλλά σε ένα πλέγμα κρατικών επιδοτήσεων, πελατειακών εξαρτήσεων, αναξιοκρατίας και ανακύκλωσης προσώπων που ζουν από την πολιτική χωρίς να υπηρετούν την κοινωνία. Οι «ημέτεροι» δεν είναι εξαίρεση, είναι ο κανόνας. Και οι καρεκλοκένταυροι δεν έχουν κομματικό χρώμα έχουν κοινό συμφέρον: τη διαιώνιση του ίδιου φθαρμένου συστήματος.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα είναι ένα: θα συνεχίσει η κοινωνία να νομιμοποιεί, με τη σιωπή ή την αποχή της, τη στρέβλωση, τον εκφυλισμό ή θα αναλάβει το κόστος της ανατροπής;
Η απάντηση δεν θα δοθεί με συνθήματα, αλλά με στάση ζωής. Με συνειδητή συμμετοχή, με ψήφο ευθύνης, με επιλογές προσώπων και πολιτικών δυνάμεων που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και όχι τη διαχείριση της εξουσίας.
Η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία δεν καταλύεται απότομα, διαβρώνεται όταν εκπίπτει το ήθος της πολιτικής και παρακμάζουν τα κόμματα. Τότε η αντιπροσώπευση εκφυλίζεται και η Βουλή παύει να εκφράζει την κοινωνία για να αναπαράγει μηχανισμούς.
Η αποχή δεν είναι διαμαρτυρία, είναι παραίτηση. Και η παραίτηση μετατρέπεται σε άδεια προς την παρακμή να παγιωθεί. Μόνη διέξοδος είναι η ενεργός πολιτειότητα: μαζική συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία, αυστηρή κρίση για κόμματα και πρόσωπα, προτεραιότητα στα θεμελιώδη Υγεία, Παιδεία, Δικαιοσύνη, εθνική ασφάλεια και πάνω απ’ όλα, αδιαπραγμάτευτος σεβασμός στην αξιοπρέπεια του πολίτη.
Όποιος σιωπά, συναινεί. Και όποιος απέχει, παραδίδει τη Δημοκρατία σε εκείνους που δεν διστάζουν να την ευτελίσουν. Αν η Δημοκρατία εκφυλίζεται, δεν φταίνε μόνο όσοι την υπονομεύουν, αλλά και όσοι την εγκαταλείπουν.
