Στη σύγχρονη πολιτική επικοινωνία, η διαμόρφωση της κοινής γνώμης δεν βασίζεται πλέον αποκλειστικά σε πολιτικά προγράμματα, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις ή επιστημονικά επιχειρήματα, αφού ολοένα και περισσότερο η πολιτική μετατρέπεται σε ένα πεδίο διαχείρισης συναισθημάτων.
Ο φόβος, η αγανάκτηση, η υπερηφάνεια, ακόμη και η ειρωνεία, χρησιμοποιούνται ως εργαλεία πολιτικής επιρροής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της «κοινωνικοποίησης των συναισθημάτων» αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα συναισθήματα παύουν να αποτελούν προσωπικές εκφράσεις ατομικών εμπειριών και μετατρέπονται σε συλλογικές πολιτικές στάσεις.
Στην Ελλάδα, χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής αποτελεί η επικοινωνιακή τακτική της Νέας Δημοκρατίας και ειδικότερα η λειτουργία της λεγόμενης «Ομάδας Αλήθειας».
Η κοινωνικοποίηση των συναισθημάτων αναφέρεται στη διαδικασία μέσω της οποίας τα άτομα μαθαίνουν πώς να αισθάνονται και πώς να εκφράζουν τα συναισθήματά τους μέσα σε ένα κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον.
Τα μέσα ενημέρωσης, τα κοινωνικά δίκτυα, οι πολιτικοί λόγοι και οι διαδικτυακές κοινότητες συμβάλλουν στη δημιουργία ενός κοινού συναισθηματικού κλίματος. Έτσι, η πολιτική δεν απευθύνεται μόνο στη λογική των πολιτών αλλά κυρίως στο θυμικό τους. Η προπαγάνδα, σε αυτήν την περίπτωση, δεν προσπαθεί απλώς να πείσει, αλλά προσπαθεί να κάνει τον πολίτη να αισθανθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο, βολικό για τα σχέδια των προπαγανδιστών.
Η «Ομάδα Αλήθειας» αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας μορφής πολιτικής επικοινωνίας. Μέσα από βίντεο, αποσπάσματα δηλώσεων και επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων, επιχειρεί να δημιουργήσει συγκεκριμένα συναισθηματικά αντανακλαστικά στο κοινό.
Η στρατηγική της βασίζεται συχνά στη γελοιοποίηση πολιτικών αντιπάλων, στην ενίσχυση της πόλωσης και στη δημιουργία ενός κλίματος συνεχούς αντιπαράθεσης ανάμεσα στους «σωστούς» και στους «επικίνδυνους». Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική συζήτηση απομακρύνεται από την ουσία των προβλημάτων και μετατρέπεται σε ένα επικοινωνιακό θέαμα, φτηνής και εύπεπτης συναισθηματικής φόρτισης.
Ένα από τα βασικά εργαλεία αυτής της προπαγάνδας είναι η επιλεκτική χρήση της αλήθειας. Συχνά παρουσιάζονται αποσπασματικές δηλώσεις πολιτικών προσώπων χωρίς το πλήρες πλαίσιο μέσα στο οποίο ειπώθηκαν. Αυτό φυσικά δεν αποσκοπεί στην ενημέρωση αλλά στη δημιουργία εντυπώσεων. Ο στόχος είναι να προκαλέσει θυμό, γελοιοποίηση και απαξίωση απέναντι στους αντιπάλους της κυβέρνησης. Το κοινό εκπαιδεύεται να αντιδρά συναισθηματικά και όχι κριτικά, δηλαδή να αντιδρά ακούσια σε ερεθίσματα και να μην σκέφτεται διόλου συνδυαστικά.
Η χρήση των κοινωνικών δικτύων ενισχύει σημαντικά αυτή τη στρατηγική. Οι σύντομες μορφές περιεχομένου, τα βίντεο λίγων δευτερολέπτων και οι εύκολες ατάκες ευνοούν την άμεση συναισθηματική αντίδραση. Ο χρήστης δεν έχει χρόνο να αναλύσει ή να διασταυρώσει πληροφορίες, καθώς καλείται απλώς να γελάσει, να θυμώσει ή να αγανακτήσει.
Έτσι, δημιουργείται μια πολιτική κουλτούρα όπου η εικόνα υπερισχύει της ουσίας και το συναίσθημα της σκέψης.
Η τακτική αυτή δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Σε πολλές χώρες, πολιτικά κόμματα και επικοινωνιακοί μηχανισμοί αξιοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα για να κατασκευάσουν συναισθηματικά φορτισμένα αφηγήματα.
Ωστόσο, στην ελληνική περίπτωση, η έντονη πολιτική πόλωση και η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς καθιστούν το έδαφος ιδιαίτερα πρόσφορο για τέτοιες πρακτικές. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ανασφάλεια ή απογοήτευση, είναι πιο εύκολο να επηρεαστούν από απλοϊκά και συναισθηματικά φορτισμένα μηνύματα.
Μηνύματα που εφόσον δεν παρέχονται από την πραγματικότητα, παράγονται στα εργαστήρια της «Ομάδας Αλήθειας».
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στη Νέα Δημοκρατία ή στην «Ομάδα Αλήθειας» (απλώς οι γκαιμπελίσκοι της κυβερνητισμού το έχουν εκτοξεύσει σε άλλα επίπεδα). Το ευρύτερο ζήτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική επικοινωνία μετατρέπεται σε εργαλείο χειραγώγησης των συναισθημάτων.
Όταν η δημόσια συζήτηση βασίζεται στον χλευασμό, στην κατασκευή εχθρών και στη συνεχή συναισθηματική διέγερση, υποβαθμίζεται η ποιότητα της δημοκρατίας.
Οι πολίτες παύουν να λειτουργούν ως ενεργά και σκεπτόμενα υποκείμενα και μετατρέπονται σε παθητικούς καταναλωτές πολιτικού θεάματος.
Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, η ανάγκη για κριτική σκέψη και πολιτική παιδεία γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ. Οι πολίτες οφείλουν να αναζητούν την πλήρη εικόνα, να διασταυρώνουν πληροφορίες και να μην παρασύρονται από τη δύναμη της στιγμιαίας συναισθηματικής αντίδρασης.
Η κοινωνικοποίηση των συναισθημάτων αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης πολιτικής εποχής. Η πολιτική προπαγάνδα μπορεί να αξιοποιήσει τα συναισθήματα για να επηρεάσει τη συλλογική συνείδηση και να διαμορφώσει πολιτικές ταυτότητες. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία μεταδίδεται με ταχύτητα και η εικόνα κυριαρχεί, η προστασία της κριτικής σκέψης και του δημοκρατικού διαλόγου αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη πρόκληση για την κοινωνία.
Γιατί νομίζετε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης -όταν βρίσκει απέναντι του τον Αλέξη Τσίπρα- επαναφέρει την συζήτηση στο 2015, στο δημοψήφισμα, στο κλείσιμο των Τραπεζών, στο τρίτο μνημόνιο και όχι ποιος μας έβαλε στα μνημόνια, ποιος μας έβγαλε από τα μνημόνια, ποιος ευθύνεται για τα εγκλήματα των Τεμπών και της Πύλου, για τα σκάνδαλα των παρακολουθήσεων και του ΟΠΕΚΕΠ;
Γιατί όπως έλεγε και ο Μπέρτολτ Μπρεχτ: “Αυτός που δεν ξέρει την Αλήθεια είναι απλά άσχετος. Όμως, αυτός που ξέρει την Αλήθεια και τη διαψεύδει είναι κάθαρμα”.
Στο κάτω κάτω της γραφής
“Αν ένας ηλίθιος σου λέει την ίδια ιστορία κάθε μέρα για ένα χρόνο, στο τέλος θα καταλήξεις να την πιστέψεις”.
Χόρας Μαν, Αμερικανός λόγιος & πολιτικός
