Οι τρεις λόφοι στα δυτικά του βράχου της Ακρόπολης, ο λόφος των Μουσών, η Πνύκα κι ο λόφος των Νυμφών, είχαν ιδιαίτερο ρόλο και στην κοινωνική αλλά και την εμπορική ζωή της αρχαίας Αθήνας. Γύρω τους είχαν αναπτυχθεί οι δύο γνωστοί αρχαίοι δήμοι της Μελίτης και της Κοίλης που κατά τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ, είχαν κομβικό ρόλο στην επικοινωνία και το εμπόριο της πόλης. Η θέση τους ήταν η κύρια αιτία της ανάπτυξής τους αφού, μέσω των Μακρών Τειχών, είχαν άμεση και ασφαλή επικοινωνία με τα λιμάνια του Φαλήρου και του Πειραιά, κάτι που έφερνε σοβαρή ενίσχυση στην οικονομία τους.
Το «Δίπυλον» ήταν μια μεγάλη πύλη στη δυτική πλευρά του τείχους της Αθήνας, γνωστή και ως «Θριάσιαι» ή «Πύλαι Κεραμεικού». Η θέση του Διπύλου ήταν απέναντι από τον σημερινό Άγιο Δημήτριο τον Λουμπαρδιάρη. Λίγο νοτιότερα από το Δίπυλο υπήρχε ένα ταφικό μνημείο, που ήταν γνωστό ως τα «Κιμώνεια Μνήματα» και είχε αποδοθεί στον ολυμπιονίκη Κίμωνα, τον πατέρα του νικητή της μάχης του Μαραθώνα, στρατηγού Μιλτιάδη.
Η επικοινωνία από τα Μακρά Τείχη προς την πόλη γινόταν από τον εμπορικό άξονα της αρχαίας οδού Κοίλης, απέναντι από τα Κιμώνεια Μνήματα προς τα δυτικά, που οδηγούσε στο διάσελο ανάμεσα στους λόφους των Μουσών και της Πνύκας. Αργότερα, μετά την κατασκευή του Διατειχίσματος (330-326π.Χ.), η συνοικία και η οδός Κοίλης έμειναν εκτός των τειχών και παρήκμασαν.
Ο πατέρας της Ιστορίας Ηρόδοτος, γνωστός για τη συγγραφή του έργου «Ιστορίαι», εξόριστος από την πατρίδα του Αλικαρνασσό, πριν καταλήξει στους Θούριους της κάτω Ιταλίας το 443 π.Χ., είχε μείνει για αρκετά χρόνια στην αρχαία Αθήνα όπου συνδεόταν φιλικά με τον Περικλή, τον Σοφοκλή και τον Πρωταγόρα. Στην Αθήνα διηγιόταν ο ίδιος τις «Ιστορίες» του. Στο ακροατήριό του βρέθηκε και ο νεαρός Θουκυδίδης, ο κατοπινός Αθηναίος στρατηγός, που εξελίχθηκε κι αυτός, σε μεγάλο ιστορικό.
Ο Θουκυδίδης ήταν μαθητής του Αναξαγόρα και του ρήτορα Αντιφώντα. Το μοναδικό έργο του ήταν η συγγραφή της ιστορίας του πελοποννησιακού πολέμου. Το κίνημα των σοφιστών, οι τραγικοί αλλά ακόμα και η ιατρική του Ιπποκράτη, είχαν μεγάλη επίδραση στη συγγραφή του. Ο σημαντικότερος παράγοντας που συνέβαλε στη μόρφωσή του ήταν η πόλη της Αθήνας, την οποία ο Θουκυδίδης θεωρεί ως σχολείο όλης της Ελλάδας:
«Ξυνελών τε λέγω τήν τε πᾶσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι»
(Βιβλ. Β', 41.1).
Ο Θουκυδίδης είχε γεννηθεί περίπου το 460 π.Χ. στον δήμο Αλιμούντα της Αττικής, τον σημερινό Άλιμο. Ήταν γιός του Ολόρου και γόνος πλούσιας, αριστοκρατικής οικογένειας, με θρακική καταγωγή, που είχε μεταλλεία χρυσού στη Θράκη, στη Σκαπτή Ύλη και στο όρος Παγγαίο. Η οικογένειά του είχε συγγένεια και με τους Αθηναίους στρατηγούς Κίμωνα και Μιλτιάδη.
Την άνοιξη του 431 π.Χ., όταν ξεκίνησε ο πόλεμος ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Πελοποννήσιους, ο τότε σχεδόν τριαντάχρονος Θουκυδίδης ξεκίνησε την καταγραφή των γεγονότων. Ίσως από διαίσθηση, είχε αντιληφθεί ότι αυτή η σύρραξη θα ήταν μακροχρόνια και ότι άξιζε να την καταγράψει. Με το έργο του, κατάφερε να θεμελιώσει την επιστημονική ιστοριογραφία, αφού η έρευνά του περιλάμβανε ενδείξεις, πορίσματα, αποδείξεις και τεκμήρια που έκαναν την αφήγησή του αξιόπιστη.
Η Μακεδονία ήταν ακόμη χώρος αντιπαραθέσεων και αντιπαλότητας μεταξύ των Αθηναίων και των Σπαρτιατών. Οι Αθηναίοι είχαν αρκετές αποικίες στην ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Οι διενέξεις μεταξύ των κύριων αντιπάλων του πολέμου είχαν απλωθεί σε όλο τον ελληνικό χώρο. Και στην οχυρή θέση του όρμου της Πύλου του Κορυφασίου. Εκεί, την άνοιξη του 425 π.Χ., ο Αθηναίος στρατηγός Δημοσθένης, παππούς του γνωστού ρήτορα, είχε καταφέρει να εγκαταστήσει στρατό που μαζί με τους Μεσσήνιους έφερναν μεγάλη φθορά στους Σπαρτιάτες της ενδοχώρας. Ετσι, ανάγκασε τη Σπάρτη να στείλει στρατό και στη Μεσσηνία για να σταματήσει τους επιδρομείς, αποδυναμώνοντας έτσι την πολιορκία της Αθήνας. Ο στρατηγός Δημοσθένης, στη μάχη της Σφακτηρίας, κατάφερε να αποκρούσει τους Σπαρτιάτες του στρατηγού Βρασίδα και μάλιστα να πάρει ως λάφυρο την ασπίδα του αντιπάλου του και να την κρεμάσει στην Ποικίλη Στοά της Αθήνας, ως κτέρισμα αλλά και καύχημα της μεγάλης του νίκης.
Τον επόμενο χρόνο, το 424 π.Χ., στον όγδοο χρόνο του πολέμου, οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν να μεταφέρουν τον πόλεμο στη Μακεδονία στέλνοντας εκεί τον Βρασίδα. Τότε στην Αθήνα είχε εκλεγεί στρατηγός ο Θουκυδίδης που αμέσως στάλθηκε με μικρή μοίρα του αθηναϊκού στόλου για να επιβλέπει τα παράλια της Θράκης και να προστατεύει την Αμφίπολη, που λόγω της στρατηγικής της θέσης, στις εκβολές του Στρυμόνα, ήταν πολύτιμη. Λόγω άπνοιας όμως, ο μικρός στόλος του Θουκυδίδη δεν πρόλαβε να φτάσει έγκαιρα στην πόλη κι ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας, αφού έφτασε πρώτος, κατάφερε να πείσει τους κατοίκους της πόλης να του την παραδώσουν αποχωρώντας ταυτόχρονα από την κηδεμονία των Αθηναίων. Για την απώλεια της οικονομικά εύρωστης αποικίας της Αμφίπολης, θεωρήθηκε υπεύθυνος ο Θουκυδίδης. Όπως αναφέρει ο ίδιος, οι Αθηναίοι τον τιμώρησαν με εξορία είκοσι χρόνων. (Βιβλ. Ε', 26).
Εξόριστος παρέμεινε στη Σκαπτή Ύλη, στα οικογενειακά ορυχεία του στη Θράκη. Συγκεντρώνοντας υλικό από τις έρευνες και τα ταξίδια του, επιδόθηκε στη συγγραφή της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Μετά την κατάληψη της Αθήνας από τους Σπαρτιάτες του Λύσανδρου το 404 π.Χ., ο Θουκυδίδης γύρισε στην Αθήνα, όπου και λίγα χρόνια αργότερα, περίπου το 398 π.Χ., πέθανε. Από τότε, κοντά στο Δίπυλο, δίπλα στα Κιμώνεια μνήματα, υπήρχε κι ένα μνήμα με την επιγραφή:
«Θουκυδίδης Ὀλόρου Ἁλιμούσιος ἐνθάδε κεῖται».
Ο μεγάλος ιστορικός αναπαύτηκε τελικά στην πόλη που αγάπησε.
(Στη φωτογραφία: Θουκυδίδης. Ρωμαικό αντίγραφο, μουσείο Πούσκιν)
